Επιλογή Σελίδας
Από τη στήλη αυτή θα παρουσιάζονται βιβλία και μελέτες για το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, που είδαν το φως της δημοσιότητας από το 2007 και μετά.

Φίλιππος Φιλίππου, Ο Θάνατος του Ζορμπά, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2007

Ο Φίλιππος Φιλίππου, ταξιδευτής και συγγραφέας, έχει πολλές εµπειρίες από χώρες και τόπους, από διαβάσµατα και µελέτες.
Ο ήρωάς του, ο γνωστός σε διεθνή κλίµακα Αλέξης Ζορµπάς του Νίκου Καζαντζάκη, παρουσιάζεται στο µυθιστόρηµα του Φιλίππου, στις τελευταίες µέρες της ζωής του, όχι πια ο λεβέντης, ελεύθερος άνθρωπος που ξέρουµε, µ’ όλες του τις αρετές και τις αδυναµίες, θέλοντας να πιστεύει ότι είναι πάντα ο ίδιος και πασχίζοντας να πείσει και τον εαυτό του και τους άλλους. Η όλη υπόθεση εκτυλίσσεται στην Αίγινα το 1941 στην περίοδο της Ναζιστικής Κατοχής. Παρουσιάζονται πολλά πρόσωπα από τον κύκλο του Καζαντζάκη, αρχίζοντας από τη Γαλάτεια, την πρώτη του γυναίκα, ως και το ζεύγος Σικελιανού, την πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη, τον Θανάση Κλάρα (τον µετέπειτα Άρη Βελουχιώτη) και άλλους. Σ΄αυτό το µυθιστόρηµα, προσπαθεί να δώσει χαρακτηριστικά για τον καθένα από αυτούς και να τους ζωγραφίσει µε το δικό του τρόπο.
Για τη γραφή του µυθιστορήµατος, ο Φιλίππου έχει επισκεφθεί πολλούς ανθρώπους των γραµµάτων, φίλους, συγγενείς του Καζαντζάκη και του Ζορµπά.
Βασίζεται περισσότερο στις αφηγήσεις της Λιλής Ζωγράφου. Αναφέρει ελάχιστα για την Ελένη Καζαντζάκη, που όµως δεν ήταν µόνο δακτυλογράφος, γραµµατέας και νοσοκόµα του Νίκου Καζαντζάκη. Η Ελένη Σαµίου ήταν διανοουµένη και δηµοσιογράφος.
Είχε ασχοληθεί µε τον Γκάντι και την Κίνα και έχει γράψει αξιόλογα βιβλία και µετά τον θάνατο του Καζαντζάκη, που περιέχουν πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή του µεγάλου Κρητικού.
Το βιβλίο τελειώνει µε το θάνατο του Ζορµπά στα Σκόπια το 1941 και τον ενταφιασµό του σ’ αυτήν την πόλη.

Κλεοπάτρα Πρίφτη, συγγραφέας, πρόεδρος του Ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας φίλων Νίκου Καζαντζάκη

Θανάσης Αγάθος, Από το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» στο «Zorba the Greek», κριτικοί βίοι παράλληλοι, Αιγόκερως, Αθήνα, 2007

Το βιβλίο με τίτλο Από το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» στο Zorba the Greek: κριτικοί βίοι παράλληλοι, είναι μια ξεχωριστή μελέτη, που έχει γίνει με πολύ κέφι, συγκροτήθηκε από εξονυχιστική έρευνα και κοπιαστική εργασία του συγγραφέα, που κατέγραψε το καίριο με επικοινωνιακό τρόπο, καθώς στο τέλος κάθε κεφαλαίου συνοψίζει το πλήθος των πληροφοριών. Το βιβλίο έχει επιστημονική επάρκεια και αναδεικνύει ένα συγγραφέα που γνωρίζει να συλλέγει, να επιλέγει και να ταξινομεί κριτικά το υλικό του.
Το βιβλίο αποτελείται από 208 σελίδες, εκδόσεις Αιγόκερως. Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου στον Πρόλογο και την Εισαγωγή μας παρουσιάζει συνοπτικά το εύρος της ερευνητικής του εργασίας και τον τρόπο ταξινόμησής της. Μας πληροφορεί, δηλαδή, ότι «θα επιχειρηθεί μια παράλληλη ανάγνωση των δύο έργων με βάση την ιστορία της πρόσληψής τους.[…]. Παράλληλα θα εντοπισθούν οι προσληπτικές συγκλίσεις και αποκλίσεις σε συνάρτηση με τη διαφορετική δυναμική του κάθε μέσου επικοινωνίας [….]» (Αγάθος Θ., Από το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» στο Zorba the Greek: κριτικοί βίοι παράλληλοι, Αιγόκερως 2007, σελ. 13). Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά τη θεωρία της πρόσληψης την οποία και αξιοποιεί, εντάσσοντας τη σχετική πρόσληψη-κριτική των αναγνωστών στο κοινωνικό και ιστορικό τους πλαίσιο, συνοψίζει λιτά και κριτικά τις πληροφορίες και αφήνει το έργο του στην κρίση όλων μας. Πράγματι εντυπωσιάζει η έκταση της ερευνητικής του δουλειάς και η πολύ καλή οργάνωση του βιβλίου.
Αναλυτικότερα, ο συγγραφέας παρουσιάζει την ταυτότητα του βιβλίου του Καζαντζάκη «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που γράφεται κατά τη Γερμανική Κατοχή και εκδίδεται το 1946 από τον εκδοτικό οίκο Δ. Δημητράκου Α.Ε. Στο πρώτο του κεφάλαιο με τίτλο «Η αρχική κριτική υποδοχή του μυθιστορήματος στην Ελλάδα» αναφέρεται στην πρόσληψη του μυθιστορήματος και τη συνακόλουθη κριτική. Ασκείται θετική κριτική από τους Βάρναλη, Χάρη, Βαρίκα, Γιαλουράκη, Χατζίνη, Κόμη, Αρ. Καμπάνη και Ροδά), που επαινούν άλλος τη γλώσσα του Καζαντζάκη και άλλοι το ύφος, τους χαρακτήρες, τις περιγραφές, τις διακειμενικές συγγένειες, το χιούμορ του κ.ά.. Η αρνητική κριτική έγινε κυρίως από κριτικούς της αριστεράς που μιλούν για μηδενισμό του συγγραφέα, για απουσία αναφορών στην Κατοχή, για ιδεολογική ασυνέπεια, για προβληματική τη μορφή του συγγραφέα-Αφεντικού (Μπαστιάς, Βάρναλης, Κόμης, Ψαθάς), στοιχείο που καταδεικνύει την αλήθεια της θεωρίας του W. Iser ότι η ιδεολογική θέση του αναγνώστη επηρεάζει την ανάγνωσή του, όπως εύστοχα επισημαίνει και ο Θανάσης Αγάθος (ό.π., σελ.30).
Το επόμενο κεφάλαιο αναφέρεται στην αρχική πρόσληψη του βιβλίου στις χώρες Γαλλία, Σουηδία, Αγγλία. Παρουσιάζονται οι υμνητικές κριτικές του μυθιστορήματος το 1947 στη Γαλλία, στη Σουηδία και την Αγγλία. Οι κριτικοί εντοπίζουν αρκετές διακειμενικές σχέσεις αυτού του έργου με άλλους ευρωπαίους δημιουργούς (Minet, Celine, Miller, Θερβάντες, Σεβάχ Θαλασσινός, Φάλσταφ του Σέξπηρ), στοιχείο πολύ σημαντικό, καθώς το βιβλίο και ο χαρακτήρας του Ζορμπά αγαπιούνται από το ευρωπαϊκό κοινό. Το 1954 το βιβλίο βραβεύεται ως το καλύτερο ξένο βιβλίο στη Γαλλία. Θριαμβευτική ήταν η υποδοχή του βιβλίου Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και στις Η.Π.Α., όπου το 1953 κυκλοφορεί η μετάφραση του Wildman και οι κριτικοί επιδίδονται σε εκτενή ψυχογραφήματα του Ζορμπά, όπως καταθέτει εμπεριστατωμένα ο συγγραφέας αυτού του εξαίρετου βιβλίου. Επιχειρούνται μάλιστα παραλληλισμοί με την ομηρική Οδύσσεια, τον Αριστοφάνη, τον Πλαύτο, τον Βολταίρο και τον Θερβάντες.
Ακολουθεί το κεφάλαιο που διαπραγματεύεται τη μεταγενέστερη πρόσληψη του μυθιστορήματος στην Ελλάδα έως σήμερα, απ΄ όπου προκύπτει ότι αρκετοί κριτικοί εστιάζουν στον συμβολισμό του Ζορμπά ως πνεύμα ζωής (Βρεττάκος), στην αντισυμβατική πτυχή του Καζαντζάκη κατά τον Σαχίνη, στην αυθεντική ταυτότητα του αλλοτριωμένο αφηγητή (Πολίτης), στο ανεξάρτητο πνεύμα του (Ζωγράφου), στον μη πειστικό τρόπο της ζωής του ήρωα παρά το διονυσιακό του χαρακτήρα (Ζήρας) και στους αναγνωρίσιμους ήρωες της νεοελληνικής μας πεζογραφίας σύμφωνα με τον Θεοτοκά. Ο Χουρμούζιος επαινεί τη μορφή διαλεκτικού λόγου, ο Φιλιππίδης τη διπολική αντίθεση των δύο κύριων χαρακτήρων, ο Αυγέρης στην αντίθεση πνευματικού και φυσικού ανθρώπου και ο Ραυτόπουλος θεωρεί ότι ο Ζορμπάς δεν είναι ένας αυτοτελής ήρωας. Η κριτική, όπως βλέπουμε, είναι πλούσια και θέτει γόνιμο προβληματισμό ακόμα και στη φιλοσοφική βάση του μυθιστορήματος (Μερακλής, Πρεβελάκης, Σπανδωνίδης, Κορδάτος, Γραμματάς). Το ιστορικό πλαίσιο, το τελετουργικό του θανάτου, οι γυναικείοι χαρακτήρες, το κρητικό στοιχείο και οι διακειμενικές σχέσεις αναδείχθηκαν από πολλούς μελετητές, όπως καταθέτει ο συγγραφέας (Καστρινάκη, Σταυροπούλου, Σταματίου, Αγάθος, Μανουσάκης, Καραντώνης, Ζήρας, Καραλής, Χουρμούζιος, Πολίτη, Καραγάτσης, Ιωάννου, Δερμιτζάκης).
Έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει την πρόσληψη του βιβλίου από την εμφάνισή του έως σήμερα στην Ελλάδα με αναφορές και σε λήμματα από την πρόσφατη Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας (Αλεξ. Αργυρίου), την Εισαγωγή στη Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (M. Travers) και τη Λογοτεχνική Εγκυκλοπαίδεια των Merriam-Webster. Επίσης, σημαντική είναι η πληροφορία ότι το βιβλίο αυτό εντάχθηκε στα καλύτερα 100 βιβλία όλων των εποχών (2002, εφημερίδα The Guardian). Από όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η αποδοχή του έργου του Νίκου Καζαντζάκη στην ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνική κριτική ήταν σημαντική και σημαίνουσα.
Ακολουθεί το κεφάλαιο που αναφέρεται στη μεταγενέστερη πρόσληψη του μυθιστορήματος Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά στο εξωτερικό. Η κριτική του αποτίμηση από πολλούς και καταξιωμένους λογοτέχνες και κριτικούς (Merlier, Mirambel, Kerényi, Izzet, Wilson, Donough, Bien, Hatem κ.ά.) αναδεικνύει το δυναμισμό του έργου και διαγράφει τη διεθνή του πορεία. Από τις περιληπτικές ανακεφαλαιώσεις φαίνεται ότι ο συγγραφέας σέβεται τον αναγνώστη του και με τον τρόπο του συμβάλλει στην καλύτερη πρόσληψη του πονήματός του. Όσον αφορά τη μεταγενέστερη πρόσληψη του Ζορμπά στο εξωτερικό, από τις καταγραφές του συγγραφέα φαίνεται ότι είναι πλούσια. Οι κριτικοί εστιάζουν κυρίως στο χαρακτήρα του Ζορμπά, στη φιλοσοφική βάση του μυθιστορήματος, στα συμβάντα της ιστορικής πραγματικότητας και στους διακειμενικούς συσχετισμούς.
Στη συνέχεια παρουσιάζεται η πρόσληψη της ταινίας του Μ.Κακογιάννη στο εξωτερικό. Δίνεται η πληροφορία ότι ήδη από το 1953 υπήρχαν κάποιες σκέψεις για τη μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο, που υλοποιήθηκε τελικά από τον Κακογιάννη το 1963, δέκα χρόνια μετά με την εταιρεία Century Fox. Οι ηθοποιοί που έλαβαν μέρος στην ταινία είναι οι: Άντονυ Κουήν, Ειρήνη Παπά, Alan Bates, Lila Kedrova, Γ. Φούντας, Σ. Μουστάκας, Τάκης Εμμανουήλ και η Ελένη Ανουσάκη ως Λόλα. Υπεύθυνος φωτογραφίας ήταν ο W. Lassally, η μουσική ήταν του Μ. Θεοδωράκη και τα κοστούμια του Β. Φωτόπουλου. Πολλοί δημοσιογράφοι κύρους ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό, έλληνες και ξένοι (Ρεζάν, Φ.Γερμανός, Crowther, Hartford, R. Coe, Hale κ.ά.), που έγραψαν άλλοτε κολακευτικά λόγια, άλλοτε πρόβαλαν κάποιες αδυναμίες του κινηματογραφικού έργου. Στην κριτική αποτίμηση της ταινίας εμπλέκονται και πολλά περιοδικά, που συνήθως γράφουν επαινετικά σχόλια για το έργο. Ιδιαίτερα στη Γαλλία το έργο αποκόμισε πολύ κολακευτικές κριτικές κατά την πανηγυρική πρεμιέρα (3-3-65) από κριτικούς και περιοδικά. Ελάχιστες ήταν οι αρνητικές κριτικές, καθώς στη Γαλλία το έργο έζησε έναν πραγματικό θρίαμβο. Έτσι, σε Αμερική, Γαλλία και Αγγλία η υποδοχή του έργου κατά τη μεταφορά του στον κινηματογράφο ήταν «θριαμβευτική», όπως καταθέτει ο συγγραφέας μέσα από ντοκουμέντα της εποχής εκείνης.
Αντίθετα στην Ελλάδα η ταινία διχάζει τους Έλληνες κριτικούς. Η πλέον διθυραμβική κριτική ήταν της Παπαδοπούλου. Συγκεκριμένες αρετές εντοπίζουν και οι: Πλωρίτης, Παπαμιχάλης, Μητροπούλου, Μακρής, Πηλιχός, Μοσχοβάκης και Φωτόπουλος. Ακούγονται, όμως, και πολλές επικριτικές φωνές για την ταινία ως όλον ή για επιμέρους θέματα (Καλκάνη, Πλωρίτης, Σώκου, Μοσχοβάκης), μερικοί μάλιστα μιλούν για προσβλητική ταινία για την Κρήτη, όπως η Καλκάνη. Έτσι αναπτύσσεται, όπως εκτεταμένα μας παρουσιάζει ο συγγραφέας, ένας δημόσιος διάλογος για την ταινία, που έχει και πολιτικές προεκτάσεις (Μαρής, Π. Βαρδινογιάννης, Ι. Διαμαντόπουλος, Λύδιας). Οι εφημερίδες κάνουν πρωτοσέλιδα με το θέμα αυτό και ξεσηκώνουν το αναγνωστικό κοινό παρά το διαφωτίζουν νηφάλια, όπως προκύπτει από την έρευνα του συγγραφέα (Ελευθερία, Βραδυνή), ενώ η Εστία φτάνει στα όρια του τυφλού φανατισμού. Στη διαμάχη παρεμβαίνουν πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων και πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, που ουσιαστικά οξύνουν το κλίμα εκτός ελαχίστων που προσπαθούν ψύχραιμα να προβάλουν τις αρετές της ταινίας (Ν. Αγγελής, Ν. Τωμαδάκης, Β. Βασιλικός, Λ. Ζωγράφου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Δ. Ψαθάς, Ι. Καμπανέλλης, Π. Καραβίας, Αθ. Τσουπαρόπουλος, Έλλη Αλεξίου, Ελένη Καζαντζάκη κ.ά.). Η πολεμική για το Ζορμπά εμπνέει το Μίνω Αργυράκη που σατιρίζει όλους αυτούς τους κριτικούς με τον εύστοχο τίτλο «Πνευμονία του πνεύματος».
Όσον αφορά την εμπορική της επιτυχία η ταινία είχε πολύ μεγάλη εμπορική επιτυχία στις Η.Π.Α. με εισπράξεις 4,4 εκατομμύρια δολάρια, στη Σουηδία έκοψε 930.000 εισιτήρια, στην Ισπανία την είδαν 2.098.954 θεατές, στη Γαλλία η ταινία στην πρώτη προβολή έκοψε 2.018.451 εισιτήρια, στη Δ. Γερμανία, ο Ζορμπάς ήρθε τρίτος στις συνολικές εισπράξεις, ενώ στις χώρες της Ν. Αμερικής η ταινία ήρθε δεύτερη σε εισιτήρια μετά την υπερπαραγωγή Κλεοπάτρα με την Τέιλορ και τον Μπάρτον. Πετυχημένη ήταν και η εμπορική κίνηση της ταινίας και στην Ελλάδα (173.826 εισιτήρια στην Αθήνα και 31782 την πρώτη εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη). Η μεταγενέστερη πρόσληψη της ταινίας στην Ελλάδα είναι καλύτερη, καθώς η ταινία μελετάται από ποικίλες οπτικές και από τις νηφάλιες κριτικές προκύπτουν αξιόλογα στοιχεία. Στο εξωτερικό κυριαρχεί η κριτική αποτίμηση του Peter Bien, που θεωρεί ότι η ταινία του Κακογιάννη παρανόησε το βιβλίο σε αρκετά σημεία και κυρίως στο τέλος, αρνητική κριτική κάνει και ο Kerr παραπέμποντας στα απομονωμένα από τον τουρισμό στοιχεία για την ελληνικότητα και την Ελλάδα, όπως και ο ιστορικός του παγκόσμιου κινηματογράφου David Thomson. Ο συγγραφέας καταθέτει και θετικές κρίσεις από συγκεκριμένα ονόματα και σε διάφορες χώρες.
Μετά από όλη αυτή την περιήγηση στο βιβλίο του Θανάση Αγάθου για την πρόσληψη της ταινίας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ακολουθεί το κεφάλαιο «Η ταινία σήμερα», στο οποίο μετά τις άπειρες εκδόσεις και επανεκδόσεις δίνεται η σύγχρονη κατασταλαγμένη κριτική. Έτσι, για την Ελλάδα θεωρείται μια επιτυχημένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, για τους ξένους θεωρείται ότι ήταν μια ταινία που δημιούργησε τουριστικό ρεύμα προς την Ελλάδα με εστίαση στον ανθρώπινο χαρακτήρα του Ζορμπά. Το βιβλίο κλείνει με το κεφάλαιο «Σύγκριση της πρόσληψης του βιβλίου και της πρόσληψης της ταινίας» όπου ο συγγραφέας προσπαθεί και πετυχαίνει να αναδείξει τα στοιχεία σύγκλισης και απόκλισης. Παρουσιάζει τους δημιουργούς Καζαντζάκη και Κακογιάννη, που ο καθένας για δικούς του λόγους επιχειρούν άνοιγμα στη διεθνή αγορά, επισημαίνει την εμπορική επιτυχία της ταινίας σε αντίθεση με την εμπορική κίνηση του βιβλίου, το οποίο ανέβασε τις πωλήσεις του μετά την επιτυχία της ταινίας. Επίσης, η κριτική για την ταινία συνδέεται με αντιδράσεις -κυρίως στον ελλαδικό χώρο-, ενώ οι κριτικές για το βιβλίο ήταν πάντα θετικές. Ο Ζορμπάς γοητεύει σε όλες τις κριτικές σε αντίθεση με το χαρακτήρα του Αφεντικού στην ταινία από την οποία απουσιάζει η διάσταση του Ζορμπά ως alter ego του Καζαντζάκη. Επίσης, οι κριτικές για το βιβλίο άργησαν και προήλθαν κυρίως από συντηρητικές εφημερίδες της δεκαετίας του ΄50, ενώ η ταινία απασχόλησε αμέσως τους κριτικούς και τις εφημερίδες. Σημαντική είναι η επισήμανση για τις πολλές διακειμενικές συσχετίσεις του βιβλίου με σημαντικά έργα της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνικής δημιουργίας, ενώ οι αντίστοιχοι διακειμενικοί συσχετισμοί της ταινίας με ταινίες άλλων δημιουργούν υστερούν. Ο φιλοσοφικός προβληματισμός του Καζαντζάκη επικρίνεται τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία από τους μαρξιστές κριτικούς, ενώ κάποιοι κριτικοί στην Ελλάδα αμφισβητούν την κατάταξη του έργου στο μυθιστόρημα, επαινούν, όμως, το ρυθμό της αφήγησης στην ταινία του Κακογιάννη. Εκείνο που προέχει κατά το συγγραφέα είναι «ότι η πολύμορφη πρόσληψη των δύο έργων συνεχίζει να είναι υπό εξέλιξη και να επεκτείνεται και σε άλλους χώρους (θέατρο, χορός), επιβεβαιώνοντας τον διαλογικό χαρακτήρα του γνήσιου έργου τέχνης και το ατέλειωτο, γοητευτικό ταξίδι του μέσα στον χρόνο» (Αγάθος:2007, σ.165-66).
Συνοψίζοντας, θα ήθελα να επισημάνω τη σημαντική προσφορά του Θανάση Αγάθου στη μελέτη του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» και της ταινίας του Κακογιάννη που στηρίζεται στο έργο αυτό. Πρόκειται για μια πολύ προσεγμένη μελέτη, που πέρα από την εμπεριστατωμένη έρευνά του και την προσεκτική επεξεργασία του υλικού, τη συμπληρώνει με τα συνοδευτικά στοιχεία της ταυτότητας του βιβλίου και της ταινίας, των κατατοπιστικών παραρτημάτων (1,2,3), της βιβλιογραφίας -ελληνικής και ξένης- και του ευρετηρίου των κύριων ονομάτων και των λογοτεχνικών, κινηματογραφικών και θεατρικών έργων.
Θεωρώ ότι το βιβλίο αυτό συμβάλει ιδιαίτερα στη μελέτη του έργου του Νίκου Καζαντζάκη και το συστήνω ανεπιφύλακτα σε κάθε μελετητή του καζαντζακικού έργου, σε κάθε ερευνητή, φοιτητή και εκπαιδευτικό.

Χριστίνα Αργυροπούλου, Επίτιμη Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Αντιπρόεδρος Πανελλήνιας Ένωσης Φιλόλογων

Peter Bien, Καζαντζάκης, Η πολιτική του πνεύματος, τόμος B’, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2007

Το ανυπόμονα αναμενόμενο βιβλίο Kazantzakis, Politics of the Spirit 2, του διακεκριμμένου καθηγητού Peter Bien, αποτελεί συνέχεια του πρώτου τόμου του ιδίου, Kazantzakis Politics of the Spirit, που εξεδόθη από το Princeton University Press το 1989. Ο δεύτερος αυτός τόμος κυκλοφόρησε το 2007, επίσης από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Princeton, και μέσα στην ίδια χρονιά είχαμε και την απόδοση του κειμένου στα ελληνικά από τον Αθανάσιο Κατσικερό, σε μια επιβλητική έκδοση 749 σελίδων από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Πανδαισία ο Β’ τόμος από όλες τις απόψεις, σε φόρμα και περιεχόμενο, στο πρωτότυπο του αγγλικού κειμένου και την ελληνική μετάφραση, το κριτικό περιεχόμενο και την αισθητική παρουσίαση και των δύο εκδόσεων.

Η Πολιτική του πνεύματος είνα η μεθοδική και συστηματική ύφανση ενός πολύχρωμου καμβά που απεικονίζει την πορεία του πνεύματος του ποιητή μέσα από την πολιτική του στάση και τίς μεταπτώσεις της. Δεδομένου ότι η πολιτική στην Ελλάδα περιέχει όλες τις μορφές της ζωής – τέχνη, γλώσσα, θρησκεία, μεταφυσική, φιλοσοφία, με άλλα λόγια τα θέματα που είναι συναφή με το όραμα και το έργο του Καζαντζάκη, η πολιτική γίνεται εύστοχη προσέγγιση, ένα οργανωτικό μέσο, μια μεθοδολογία θα λέγαμε, εύκαμπτη και ζωντανή που παραθέτει, εξηγεί και ερμηνεύει μέσα από την κριτική φωνή του ερευνητή την πολιτική θέση του συγγραφέα, δίνοντας τη δυνατότητα στον αναγνώστη να πλησιάσει και να εμβαθύνει στο έργο και τη ζωή του Καζαντζάκη.

Οι δύο τόμοι του έργου δεν είναι συνηθισμένη βιογραφία αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ένα πνευματικό πόνημα, μελέτη πολλών χρόνων, προϊόν ευαισθησίας και οξυδέρκειας, αλλά και αυστηρής κριτικής που φωτίζει πτυχές του έργου και της ζωής του Καζαντζάκη που αποτέλεσαν σκοτεινά σημεία ορισμένων ενεργειών του και συμπεριφορών των χαρακτήρων των έργων του. Ο ερευνητής μελετά, ερμηνεύει και προτείνει τρόπους προσέγγισης του έργου και της πολιτικής σκέψης του δημιουργού. Η σημαντικότατη αυτή κριτική βιογραφία που έλειπε από τη βιβλιογραφία Καζαντζάκη είναι ένας πολύτιμος Σύντροφος Μελέτης της ζωής και του έργου του Κρητικού που καταγράφει την πορεία των πολιτικών ιδεών του όπως επί χρόνια επηρέασαν το ποιητικό του έργο και επηρεάστηκαν από αυτό.

Ο Καζαντζάκης δεν ήταν πολιτικός. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί την πολιτική, είναι μέρος της αισθητικής του. Τον ενδιέφερε η πολιτική για λόγους εκτός πολιτικής γιατί εκεί έβλεπε ένα στοιχείο μελλοντικότητας—που ο καθηγητής Bien, αποκαλεί «εσχατολογική πολιτική». Δεν πρέπει να ξεχνάμε, λέει, ότι η πολιτική ήταν για τον Καζαντζάκη η «κατάσταση μιάς δημιουργικής ψυχής που εκφράζεται μέσα από την τέχνη». Αυτό εξηγεί γιατί ήταν ταυτοχρόνως κουμουνιστής, φασίστας, μαοϊστής, σοσιαλιστής, και εθνικιστής. Όπως υποστηρίζει κι ο Πρεβελάκης το βασίλειό του ανήκει σ΄έναν άλλο κόσμο.

Η εξηγηση του χειρισμού της πολιτικής στάσης του Καζαντζάκη είναι φανερή κι από τον τρόπο που ο πρώτος τόμος του βιβλίου χρησιμοποιεί το παράδειγμα της Οδύσσειας για να δείξει πώς μέσα στα 25 χρόνια της, η πολιτική στάση του ποιητή είναι συχνά αντιφατική και χαρακτηρίζεται από φάσεις και αναβιώσεις που δεν συνδέονται απαραίτητα με την τέχνη του. Στην Οδύσσεια η έννοια της «λευτεριάς» καθρεφτίζει την πολιτική εθνικιστική και αριστερή ιδεολογία του ποιητή, όσο και τη βουδιστική τοποθέτησή του. Στο τέλος του δεύτερου τόμου, στην Αναφορά στον Γκρέκο, η έννοια της ελευθερίας ταυτίζεται με το πνευματικό του ταξίδι. Ο Καζαντζάκης, στην πραγματικότητα, δεν εγκατέλειψε ποτέ την πίστη του σε μιαν ιδέα – «τη μελλοντική πολιτική αποτελεσματικότητα της κραυγής που εξέφερε», δηλαδή την ανάγκη της δημιουργικής ψυχής για δράση ή για την προσφυγή στην τέχνη σαν λύση σωτηρίας σε μια μεταβατική εποχή—το τέλος ενός πολιτισμού πριν καταρεύσει. Ιδέες όπως η «λευτεριά» ή η πολιτική είναι πάντα σταθερές, έστω κι αν υπάρχουν αναβιώσεις διαθέσεων και αποχρώσεις που έχουν βασικά ξεπεραστεί. Λειτουργούν σωρευτικά και δημιουργικά, αισθητικά.

Ο Καζαντζάκης, παρόλο που πολλοί τον θεωρούσαν ΄ξεπερασμένο΄, απέκτησε μεταπολεμικά παγκόσμια φήμη στο εξωτερικό κι έγινε ο περισσότερο αναγνωρισμένος και μεταφρασμένος Ελληνας μυθιστοριογράφος με μεγαλες κινηματογραφικές επιτυχίες όπως με το Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και τον Τελευταίο Πειρασμό— και διαβάζεται συνεχώς μέχρι σήμερα.

Αυτό το φαινόμενο θεώρησε απαραίτητο να εξερευνήσει ο Δρ. Bien στην εισαγωγή του Β΄ τόμου, πρίν ξαναπιάσει το νήμα της ανάλυσης που άφησε στο 1938 όταν δημοσιεύθηκε η Οδύσσεια. Τα βασικά ερωτήματα που θέτει θα μάς βοηθήσουν να γεφυρώσουμε τα κενά και να καταλάβουμε καλύτερα τον άνθρωπο και την τέχνη του:
(α) τί συνέβη στην καριέρα του Καζαντζάκη μετά την Οδύσσεια;
(β) γιατί το έργο του εξακολουθεί να διαβάζεται στον 20 αιώνα και ποιές είναι οι προοπτικές επιβίωσής του;

Η απρόβλεπτη επιτυχία του προέρχεται από τις ρομαντικές ρίζες του, συμπεραίνει ο Peter Bien, τις επιδράσεις που δέχθηκε από νωρίς, ιδιαίτερα από τους ρομαντικούς Shelley και Hulme στον 19ο αιώνα, που είδαν το άτομο σαν ένα απεριόριστο απόθεμα δυνατοτήτων ικανό να σπάσει τα όρια του ανθρώπινου περιορισμού. Αυτός ο ρομαντικός προσανατολισμός, συνδυασμένος με την Νιτσεική «φυσιοκρατία» και τον Μπεργκσονικο βιταλισμό, καθορίζουν τον Καζαντζάκη στον καιρό μας όχι απλά σαν ρομαντικό αλλά σαν «ρομαντικό φυσιοκράτη» (romantic naturalist), υποστηρίζει ο Bien. Ο όρος περιγράφει κάποιον που δεν θέλει να είναι μόνο ζωντανός αλλά να έχει και συνείδηση του εαυτού του, ταυτίζει δηλαδή το «είναι» με τη φύση και ετσι επιτρέπει την υπέρβαση. Το ζήτημα είναι αν η «ρομαντική φυσιοκρατία» που γαλούχησε τον Καζαντζάκη έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της σήμερα ή θα μπορέσει να επιζήσει στο μέλλον.

Η φήμη του Καζαντζάκη μεγάλωσε ξαφνικά το 1949-1952. Οι γενιές που πολέμησαν το φασισμό και το Ναζισμό και οι νέοι στη Νορβηγία, την Ολλανδία και τη Σουηδία την εποχή του πολέμου που ενθουσιάστηκαν με το πάθος του Καζαντζάκη, ήθελαν μια ισχυρή και ξεκάθαρη «φυσιοκρατία». Το ίδιο και οι νέοι που δημιούργησαν τα αντι-πολιτισμικά κινήματα (counterculture movements) των δεκαετιών του 1960 και 1970, όπως και οι Αμερικανοί στρατιώτες στο Βιετ-Ναμ αργότερα. Την απάντηση βρήκαν στην ασυγκράτητη προτροπή του Καζαντζάκη – το «πάν άγαν» –την υπέρβαση κάθε ορίου και όσοι γενικά ζήτησαν ατομική αυτοπραγμάτωση, ανθρώπινη βούληση, περιφρόνηση του ορίου, εξωτισμό, ανορθολογισμό, ολισμό (την ηθική που ενώνει εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο και δεν δέχεται κανένα περιορισμό) και όλοι όσοι ζήτησαν να επιβάλουν την πολιτική του πνεύματος ενάντια στην τυραννία της τεχνολογίας και της μηχανοκρατίας. Αυτό που γύρευε ο Καζαντζάκης ήταν να ξεφύγει από την παγίδα στην οποία είμαστε πιασμένοι. Σαν ρομαντικός φυσιοκράτης δικαιολογεί ακόμα και σήμερα την δημοτικότητα του σε εποχές ευαισθησίας μελλοντικών γενεών για μιαν ανάγκη πολιτικής αλλαγής, όπως ήταν η μεταπολεμική Ευρώπη και όπως συμβαίνει σε «μεταβατικές εποχές»–εποχές παρακμής που πρέπει να τελειώσει. Όλα τα κινήματα, πολιτικά και διανοητικά που δοκίμασε τα απέρριψε και μόνο το δόγμα της μεταβατικής εποχής έμεινε το σταθερό σύνθημά του σαν το Χρέος και ο σκοπός του ανθρώπου.

Ο χαρακτηρισμός του ρομαντικού φυσιοκράτη προσδίδει στον Καζαντζάκη ιδιότητες που τού εξασφαλίζουν τις προϋποθέσεις να διαβάζεται σε εποχές που χρειάζονται βασικές ηθικές αξίες που ανυψώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια– όπως πίστη στο ανθρώπινο επίτευγμα, ανάγκη συμμετοχής του ανθρώπου στη ζωή του όπως με την επιβολή πολιτικής ανανέωσης σε περίοδο παρακμής, κλπ. Και τα δύο παραπάνω παραδείγματα μπορούν να μεταφράσθούν σαν ρομαντική περιφρόνηση του ορίου, αν στολιστούν με κάποια υπερβολή, αλλά στην ουσία δεν πρόκειται παρά για ανάγκες που ακόμα περιλαμβάνονται στις θεμελιώδεις πνευματικές και πολιτικές αξίες της ζωής του ανθρώπου. Γιατί, λοιπόν, να μην επιβιώσει ο Καζαντζάκης; Εκτός αν η κοινωνία μας δεν αντέξει για πολύ στην απάνθρωπη σαγήνη της Κίρκης-Τεχνολογίας και της Μηχανοκρατίας και πάψει γρηγορότερα απ’ό,τι νομίζουμε να πιστεύει στις θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες που ο Καζαντζάκης ακόμα κρατάει ζωντανές. Στο ερώτημα του Bien αν έχει εξαντλήσει σήμερα η φυσιοκρατία τις δυνατότητές της, αυτός ο φόβος ίσως παραμονεύει.

Χρησιμοποιώντας άπειρα γραπτά του ποιητή από το 1930 και έπειτα– ταξίδια, θέατρο, μυθιστορήματα, δοκίμια, κ.ά., ταξινομημένα χρονολογικά, συμπληρώνει ο Δρ. Bien την ανάλυση πολιτικών και ιστορικών καταστάσεων στις οποίες ανταποκρίνονται γεγονότα από τον φασισμό και ναζισμό και την δικτατορία Μεταξά μέχρι το θάνατο του Καζαντζάκη, αναλύοντας πλοκή και χαρακτήρα μέσα από ιστορικά, θρησκευτικά, πολιτικά, και πνευματικά ζητήματα και προσπαθώντας να τεκμηριώσει το ερώτημα της μελλοντικής επιβίωσης του έργου του Καζαντζάκη μέσα από το σχήμα της ρομαντικής φυσιοκρατίας που τον καθιέρωσε τόσα χρόνια στο ευρύ κοινό του πνεύματος.

Ο τόμος Β’ περιέχεται σε 749 σελίδες– ο πρώτος μάς χάρισε 318— σύνολο 1067 σελίδων. Το βιβλίο κλείνει με τέσσερα Παραρτήματα (Α έως Δ) που ασχολούνται με θέματα λιγότερο κοινά στην καζαντζακική ατζέντα: «Ενα σχόλιο για τη Γλώσσα του Καζαντζάκη», «Ο Καζαντζάκης και οι Γυναίκες», «Το Μυθιστόρημα του Καζαντζάκη στον Κινηματογράφο», και «Ο πνευματικός Ιησούς του Σκορσέζε». Ο Β’ τόμος προσφέρει ακόμα, χρήσιμα τμήματα με Σημειώσεις, Βιβλιογραφία και λεπτομερές Ευρετήριο. Ιδιαίτερη μνεία αξίζιει στον πληρέστατο κατάλογο ελληνικών και ξένων βιβλιογραφικών πηγών, πολλές από τις οποίες είναι άγνωστες στο ευρύ κοινό.

Προκειται για μια μοναδική έκδοση απαραίτητη για τη Βιβλιοθήκη κάθε πανεπιστημίου ή ανώτερου μορφωτικού Ιδρύματος αλλά και κάθε σοβαρού μελετητή του Καζαντζάκη. Συγχαρητήρια και ευχαριστίες και στον κ. Κατσικερό για την άξια μετάφραση που αποδίδει πιστά, εύγλωττα και με σαφήνεια το αγγλικό κείμενο.

Ευχαριστώ τον Πρόεδρο των Φίλων κ. Γιώργο Στασσινάκη για την τιμή και ευκαιρία που μού έδωσε να προσθέσω την ταπεινή φωνή μου στα σχόλια κορυφαίων κριτικών και καθηγητών ξένων πανεπιστημίων που χαρακτηρίζουν το βιβλίο του καθηγητού Peter Bien σαν “το μέτρο που καθορίζει στο εξής το ανώτατο επίπεδο και σημείο αναφοράς για όλες τις μελλοντικές καζαντζακικές σπουδές », ή σαν «μια απαράμιλλη εργασία που υπόσχεται να γίνει το σπουδαιότερο βιβλίο για όλες τις μελλοντικές σπουδες Καζαντζάκη τγια την επόμενη γενιά και όχι μόνο». Ενα μεγάλο «ευχαριστώ» από τους Φίλους Καζανζάκη και τους πιστούς κάθε πνευματικής δημιουργίας.

Constance Tagopoulos, Καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας
Queens College, CUNY, Η.Π.Α.

Παναγιώτης Αρ. Υφαντής, Ήρωας συνάμα κι άγιος, Το ανθρωπολογικό ιδεώδες του Νίκου Καζαντζάκη και ο Φραγκίσκος της Ασίζης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2007

Με την έκδοσή του αυτή, ο Παναγιώτης Υφαντής τολμάει να μπει στα βαθιά νερά της πολύπλευρης και ιδιόμορφης θρησκευτικής συνείδησης του κρητικού στοχαστή, ιδωμένης μέσα από το πρίσμα των απηχήσεων των ιδεολογικών ρευμάτων και της γραμματολογικής έρευνας της σύγχρονης εποχής. Ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, αν λάβουμε υπόψη μας τις δυσκολίες που συνθέτουν οι τύχες της μνήμης των δύο προσώπων, αυτό του Καζαντζάκη και του Φραγκίσκου της Ασίζης.
Αρχική διαπίστωση του συγγραφέα αποτελεί το γεγονός ότι η πνευματική προσωπικότητα του δυτικού αγίου έχει επηρεάσει το σύνολο του έργου του Ν. Καζαντζάκη και όχι μονάχα το όψιμο έργο του «Ο φτωχούλης του Θεού», αναδεικνύοντας έτσι τον Φραγκίσκο της Ασίζης σε «εμπνευστή και άλλοτε σε εκφραστικό όχημα των καζαντζακικών περί Θεού αντιλήψεων». Η συνάντηση του Καζαντζάκη με τον Φραγκίσκο πραγματοποιείται σε ένα επίπεδο βαθύτερο από αυτό του βιογραφούμενου και του βιογράφου που καλείται να προσεγγίσει τη ζωή και το έργο του δυτικού αγίου.
Παράλληλες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας στον Φραγκίσκο και στον κρητικό συγγραφέα ενεργοποιούν στη συνείδηση του Καζαντζάκη, σαν από συνήχηση των βαθύτερων ψυχολογικών επιρροών της τρυφερής και πρώιμης ηλικίας, μια συμπάθεια καθοριστική και μοιραία που θα σημαδέψει τη σκέψη του. Το γονεϊκό πρότυπο του πατέρα του Καζαντζάκη έχει πολλές ομοιότητες με τον πατέρα του Φραγκίσκου. Ο αυταρχικός, δυναμικός κι εκρηκτικός καπετάν Μιχάλης έχει ασκήσει μια διττή αντιφατική επίδραση στον κρητικό συγγραφέα καθορίζοντας ριζικά τη συναισθηματική ποιότητα και τον ψυχισμό του. Αντίστοιχα, ο πατέρας του Φραγκίσκου με την έντονη αυταρχικότητά του καθόρισε την απόφαση του μετέπειτα αγίου να αφοσιωθεί οριστικά στο Θεό. Το γονεϊκό πρότυπο της μητέρας του Καζαντζάκη και του Φραγκίσκου, συγκέντρωνε τα πολύτιμα στοιχεία της τρυφερής στοργής, της ανεκτικότητας, της πραότητας, όλα πολύτιμα εφόδια στη μετέπειτα ζωή και στη δημιουργική τους πορεία. Ο Παναγιώτης Υφαντής, με μια εμπεριστατωμένη συνεξέταση των ψυχαναλυτικών συνιστωσών που διαμορφώνουν τα αντιφατικά πρότυπα του πατέρα και της μητέρας του Καζαντζάκη, οδηγείται στη διαπίστωση, πως εκεί βρίσκεται το κλειδί της ασίγαστης εσωτερικής πάλης, του μόνιμου διχασμού που κατέτρυχε τον ψυχισμό του συγγραφέα. Σε αντίθεση με τον Φραγκίσκο, (που διάλεξε τη συνειδητή εναντίωση στο σύμβολο της πατρικής εξουσίας), ο κρητικός συγγραφέας δεν κατάφερε να συμβιβάσει μέσα του τους δύο διαφορετικούς κόσμους που αντιπροσώπευαν ο πατέρας του κι η μητέρα του με αποτέλεσμα ο μόνιμος εσωτερικός του αγώνας να εκλάβει εφιαλτικές διαστάσεις. Με μια έντονη μεταφορά, που φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της υποκατάστασης, πολλοί ήρωες στο συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη εμπλέκονται σε μονομαχία μέχρι θανάτου ανάμεσα σε πατέρα και γιο, με μια ποικιλία παραλλαγής των ρόλων, διαιωνίζοντας έτσι το εσωτερικό του αδιέξοδο.
Η έντονη εγχάραξη στο υποσυνείδητο του Καζαντζάκη των γονεϊκών του προτύπων, ιδιαίτερα του πατέρα του, οδήγησε σε μια «παραμορφωμένη και παραμορφωτική εικόνα του Θεού». Διαμορφώνει μέσα του μια φροϋδική εικόνα για τον Θεό-Πατέρα που εδράζεται σε μια βαθιά μανιχαϊστική δυαδικότητα, όπου η εξουσία οδηγεί στην ανταρσία, η υπακοή στην ανυπακοή. Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να εξευμενίσει τον αμείλικτο πατέρα που κουβαλάει μέσα του, ο κρητικός συγγραφέας αντιλαμβάνεται την πορεία προς τη θέωση σαν μια εναγώνια ηρωική προσπάθεια του ανθρώπου –αλλά και του Θεανθρώπου- να εξευμενίσει τον Ουράνιο Πατέρα και να μαλακώσει τη σκληρή και πάντα ανυποχώρητη βούλησή του. Με αυτήν την ιδιόρρυθμη παραμορφωτική οπτική, στο καζαντζακικό έργο ο ίδιος ο Χριστός πολεμά τον Πατέρα του. Σε αυτό το σημείο, καίριας σημασίας είναι η παρατήρηση του Υφαντή ότι ο Καζαντζάκης έχει υιοθετήσει τη δικανική αντίληψη περί αμαρτίας που εκφράζει ο ρωμαιοκαθολικός χριστιανισμός. Οι δύο ριζικά διαφορετικές στάσεις ζωής που εκφράζουν οι γονείς του Καζαντζάκη λαμβάνουν αρχετυπικές διαστάσεις και δεν αφήνουν περιθώρια άλλα από εκείνα της αντίθεσης, όπου πάνω της στοιχειώνει ο μανιχαϊσμός της φιλοσοφικής και θρησκευτικής του σκέψης. Έτσι, το θεολογικό-ανθρωπολογικό αίτημα του Ν. Καζαντζάκη αποκτά διττή υπόσταση και σημαδεύει όλες τις πνευματικές και ιδεολογικές του διαδρομές: ηρωισμός και αγιότητα. στο πρόσωπο του Φραγκίσκου της Ασίζης βρίσκει ο κρητικός συγγραφέας τα πρότυπα της λευτεριάς και της αγιοσύνης που αποτελούν συνδυασμό ηρωισμού κι αγιότητας. Επιλέγει το νεαρό δυτικό άγιο και τον εξοπλίζει με το δονκιχωτικό πρότυπο του ήρωα σε συνδυασμό με την αναμφισβήτητη αγιότητα της ζωής και των έργων του. Ο Φραγκίσκος εκπροσωπεί το ιδανικό πρότυπο του Καζαντζάκη, ένα μείγμα ανδρικού ηρωισμού κι αγιότητας. Μόνο, που ο Φραγκίσκος προχώρησε στη σύνθεση των εντός του αντιθέσεων με το να απαρνηθεί το φυσικό του πατέρα και ν’ αξιοποιήσει γόνιμα τις μητρικές του καταβολές. Αντίθετα, ο κρητικός συγγραφέας δεν άντεξε να ακολουθήσει το παράδειγμα του Φραγκίσκου και μένει στον εσωτερικό διχασμό που σφραγίζει την εσωτερική του πορεία με μια εναγώνια αμφιταλάντευση. Μέσα του παλεύουν ατέρμονα το φως με το σκοτάδι, το καλό με το κακό, το αγαθό με το δαιμονικό, ο Απόλλωνας με το Διόνυσο σε μια αιώνια πάλη αντιθέσεων. Η διαπίστωση πως μέσα του δεν γύρεψε ποιο από τα δύο στοιχεία θα νικήσει -από το φόβο μήπως και χαθεί ο ίδιος μέσα από την κατασίγαση του αέναου αγώνα- μας οδηγεί στη διαπίστωση πως ο Καζαντζάκης αντιλαμβάνεται τη δικαίωση της ύπαρξης του ανθρώπου με τη διατήρηση αυτής της πρωταρχικής αντίθεσης. Αυτός ο Συμπαντικός Δυαλισμός που διατρέχει το έργο του Καζαντζάκη εκφράζει την αδιέξοδη προσωπική αγωνία του.
Ο Νίκος Καζαντζάκης αναγνωρίζοντας στον Φραγκίσκο τα έντονα ποιητικά στοιχεία που διαθέτει συγκινείται ιδιαίτερα από τη φυσιολατρική ματιά του δυτικού αγίου. Όλα τα πλάσματα είναι αδέρφια του, όλα προέρχονται από την ίδια δημιουργική αρχή -διακηρύσσει ο Φραγκίσκος- βρίσκοντας σύμφωνο τον έντονα ευαίσθητο φυσιολάτρη κρητικό συγγραφέα. Αν και μοιράζονται την αγάπη για τα πλάσματα του κόσμου τούτου, ο Καζαντζάκης δεν βλέπει τη φύση Θεοκεντρικά αλλά με έναν έντονο αισθητισμό, σαν διέξοδο των δικών του και μόνο υπαρξιακών αναζητήσεων. Δεν ανακαλύπτει στην Κτίση τη χριστοκεντρική θεώρηση του κάλλους, οπτική που θα μπορούσε να δώσει μ’ αυτόν τον τρόπο λύση στο εναγώνιο πάλεμα των εντός του αντιφάσεων, λύτρωση στο μανιχαϊστικό του δίλημμα.
Ανιχνεύοντας το μυστικιστικό πυρήνα της καζαντζακικής σκέψης, ο Παν. Υφαντής διαπιστώνει πως ο κρητικός συγγραφέας δεν ακολουθεί την αποφατική πορεία του Φραγκίσκου που προσπαθεί να πλησιάσει τον Θεό μέσα από τις άδολες αλήθειες της ανεπεξέργαστης εμπειρίας. Κι ενώ ο στόχος κάθε μυστικισμού είναι η θέωση, η ένωση του θνητού ανθρώπου με τον Θεό, ο Καζαντζάκης καταλήγει στην αποκάλυψη της δικής του «αλήθειας», φανερώνοντας το «μέγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό» πως μια τέτοια επιδίωξη είναι μάταιη. Σε αντίθεση, έτσι, με την οντολογική φύση της επιδίωξης για θέωση, που χαρακτηρίζει την ορθόδοξη παράδοση, ο Καζαντζάκης καταλήγει στην άρνηση της σχέσης ανάμεσα Θεού και ανθρώπου. Η φύση του Θεού για τον κρητικό συγγραφέα δεν είναι ένα πρόσωπο που εν δυνάμει ενώνεται με τον άνθρωπο, αλλά ένα «απρόσωπο μέγεθος» ανέγγιχτο και μακρινό για την ανθρώπινη συνείδηση. Το θεολογικό μοντέλο του Καζαντζάκη δεν προβλέπει την απορρόφηση του ανθρώπου από τη Θεότητα, αλλά αντίθετα την απορρόφηση του Θεού από τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν τον άξονα γίνεται κατανοητό το κεντρικό αίτημα που διασχίζει την καζαντζακική «Ασκητική», για σωτηρία του Θεού από τον άνθρωπο.
Η στάση του Φραγκίσκου ο οποίος δαιμονοποιεί το ανθρώπινο σώμα θεωρώντας το σαν κατ’ εξοχή πηγή του κακού ανταποκρίνεται στον καζαντζακικό μανιχαϊσμό, όπου, (συμπλέοντας με την πλατωνική και αυγουστίνεια ταύτιση του ανθρώπου με την ψυχή του), συμπυκνώνεται στο αίτημα της μετουσίωσης της σάρκας σε πνεύμα. Ο Καζαντζάκης γοητεύεται με το πρότυπο του στρατευόμενου ανθρώπου –που εκφράζει ο Φραγκίσκος- ο οποίος με σκληρότατο αγώνα κατορθώνει να μετουσιώσει την ύλη σε πνεύμα. Η τάση του αυτή για απαξίωση του σώματος έλκει τις καταβολές της από τη λατινική επιρροή την εποχή της νεότητας του στη Νάξο. Αντίστοιχα, το μοντέλο της ασκητικής που υιοθετεί ο κρητικός συγγραφέας προσιδιάζει περισσότερο στη δυτική θεολογική παράδοση παρά στην ανατολική πατερική διδασκαλία. Έτσι, γράφει ο Υφαντής, «κοινή εκβολή του φραγκισκανικού και του καζαντζακικού ανθρωπολογικού πεσιμισμού είναι το αίτημα της ασκητικής συντριβής του σώματος». Πάλι, σαν μόνιμο ζητούμενο της καζαντζακικής σκέψης αναδεικνύεται η αδιάκοπη πάλη ανάμεσα στη σάρκα και στο πνεύμα.
Όπως πετυχημένα αναφέρει παρακάτω, «ο Φραγκίσκος διαδραμάτισε ανεπίγνωστα καθοριστικό ρόλο ως πρότυπο ιδεώδους κομμουνιστή» στα μάτια του κρητικού συγγραφέα, όταν αυτός προσέγγισε την κομμουνιστική ιδεολογία. Έτσι, τα κοινωνικά οράματά του τα αντιλαμβάνεται με τη μεταφυσική μιας νέας θρησκείας, καταλήγοντας σε έναν ιδιότυπο μεσσιανισμό, όπου τοποθετεί τον εαυτό του σε ηγετικό ρόλο. Η πλειονότητα των μελετητών του κρητικού συγγραφέα έχει αγνοήσει ή υποτιμήσει τη συγκεκριμένη απόπειρα του Καζαντζάκη ενώ αποτελεί μια ζωτικής σημασίας ευκαιρία να κατανοήσουμε τις πεποιθήσεις του κρητικού στοχαστή για τον Θεό και τον άνθρωπο.
Τέλος, η καταληκτική διαπίστωση του Παναγιώτη Υφαντή, αποκαλύπτει τα όρια και την ουσία του διαλόγου ανάμεσα στο φραγκισκανικό κόσμο και στο διανοητικό σύμπαν του Καζαντζάκη: «πέρα από τις επιμέρους ευεργετικές απηχήσεις της στον ψυχισμό και στο στοχασμό του Καζαντζάκη, η ρωμαλέα πνοή της φραγκισκανικής πνευματικότητας δεν κατόρθωσε να δροσίσει την πυρετική και αδιέξοδη μεταφυσική αγωνία του κρητικού συγγραφέα».
Με την καίρια αυτή καταληκτική παρατήρηση διαπιστώνουμε πως ο Φραγκίσκος υπήρξε ένα από τα πολλά προσωπεία της καζαντζακικής μεταφυσικής αναζήτησης, όπου ο κρητικός συγγραφέας εναπόθεσε μια από τις εκδοχές του για τον ιδιότυπο δικό του θεό, πασκίζοντας έτσι να ανταποκριθεί στο διαρκές αίτημά του για αναζήτηση του διπλού ιδεώδους του ηρωισμού και της αγιότητας.

Νίκος Γιγουρτάκης, φιλόλογος, υποψήφιος διδάκτορας βυζαντινής αρχαιολογίας

Μιχάλης Πασχάλης, Η κυοφορία του Ζορμπά και οι τέσσερεις μαίες του: ‘Ομηρος, Πλάτωνας, Δάντης και Σαίξπηρ, Νέα Εστία, Αφιέρωμα στο Νίκο Καζαντζάκη, τεύχος 1806, Δεκέμβριος 2007

Το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1941-1943) έχει γνωρίσει τη μεγαλύτερη παγκόσμια εκδοτική επιτυχία από κάθε άλλο έργο της νεοελληνικής πεζογραφίας· και δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι ο Αλέξης Ζορμπάς χαρίζει στα Νεοελληνικά Γράμματα τη διεθνή προβολή που μέχρι τότε δεν είχαν. Όπως γνωρίζουμε, η ευρύτατη και διαχρονική πρόσληψη του μυθιστορήματος έχει δημιουργήσει ήδη πλούσια διεθνή και νεοελληνική βιβλιογραφία στις οποίες διακρίνονται οι εξής τάσεις: α) η μελέτη του φιλοσοφικού υπόβαθρου του έργου, β) η διερεύνηση των σημασιακών δομών και της οργάνωσης των περιεχομένων, γ) ο προβληματισμός για την ένταξη του έργου σε λογοτεχνική γενιά και δ) η ανίχνευση των αιτίων της τεράστιας επιτυχίας του. Η πρωτοτυπία και η πρωτοπορία της μελέτης που παρουσιάζουμε έγκεινται στο γεγονός ότι επιχειρείται, για πρώτη φορά, η συγχρονική και διαχρονική, ταυτόχρονα, διερεύνηση των λόγων για τους οποίους το έργο βρίσκει ακόμη και σήμερα ανταπόκριση· και η ανταπόκριση αυτή δεν οφείλεται μόνο στις ιστορικές συγκυρίες, στους γραφικούς ή δυναμικούς χαρακτήρες, στη συναρπαστική πλοκή και στις ιδέες που εκπροσωπεί ο κεντρικός ήρωας μέσα σ’ ένα κόσμο που καταρρέει, αλλά και στην αισθητική αξία του έργου, η οποία είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης και σύνθετης αναζήτησης. Στο σημείο αυτό εστιάζεται ένα μεγάλο μέρος της μελέτης, η οποία, συν τοις άλλοις, αποπειράται την ερμηνεία του διαλόγου που ανοίγει ο Αλέξης Ζορμπάς με την Οδύσσεια του Ομήρου, τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, την Πολιτεία του Πλάτωνα και την Τρικυμία του Σαίξπηρ.
Μια από τις βασικές και τις πιο προσφιλείς στον Νίκο Καζαντζάκη λειτουργίες της εξέλιξης των ζωντανών οργανισμών, όπως γνωρίζουμε, είναι η μ ε τ α μ ό ρ φ ω σ η, η οποία γίνεται και πρότυπο στοχασμού στη διαμόρφωση της φιλοσοφίας του. Πολύ εύστοχα ο Μιχάλης Πασχάλης θεωρεί ότι η ενασχόληση του συγγραφέα με τη μυθιστοριογραφία υφίσταται όλη αυτή τη διαδικασία της διαρκούς μετάλλαξης· ένας διαμορφωμένος και ολοκληρωμένος στοχασμός, για παράδειγμα, ένα πρόσωπο, ένα έργο εμπεριέχει την ετοιμότητα να μεταβάλλεται και να ενισχύει τη μορφή και την ύπαρξη του νέου σώματος, της νέας δημιουργίας. Το λογοτεχνικό ή φιλοσοφικό πρότυπο, επίσης, που συνεχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον, κυκλοφορεί στο μεταγενέστερο έργο ως μέλος του, αποκτώντας, μάλιστα, νέες σημασίες και λειτουργίες στην εξέλιξη της πλοκής. Για να καθορίσει, όμως, την εξέλιξη της μεταμόρφωσης του Νίκου Καζαντζάκη σε μυθιστοριογράφο, ο ερευνητής λαμβάνει υπόψη του τις εμπειρίες και τα βιώματά που τον ωθούν να δοκιμαστεί στο νέο αυτό λογοτεχνικό είδος, τη φιλοσοφία, την αισθητική και τη σχέση που έχει ο συγγραφέας με την ιστορία. Γι’ αυτό ο κατευθύνει τις έρευνές του σε τρία επίπεδα· α) στο επίπεδο του συγγραφικού έργου, που δημιουργείται παράλληλα με τη συγγραφή του μυθιστορήματος Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, β) στο επίπεδο της πραγματικότητας, που την αποτελούν τα υπαρκτά πρόσωπα και οι τόποι που εμφανίζονται και στο μυθιστόρημα και γ) στο επίπεδο του διαλόγου που ανοίγει αυτό με τα έργα σταθμούς στην Ιστορία της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, που προαναφέραμε.
Ως προς το πρώτο επίπεδο, ο Μιχάλης Πασχάλης εντοπίζει σε Γράμματα στον Παντελή Πρεβελάκη και στη Βιογραφία της Ελένης Καζαντζάκη στοιχεία που μας πληροφορούν ότι ο Νίκος Καζαντζάκης έχει ήδη τελειώσει την τραγωδία για τον Βούδα και το Ταξιδεύοντας στην Αγγλία, μεταφράζει τον Όμηρο μαζί με τον Ιωάννη Κακριδή, γράφει την τριλογία του Προμηθέα, επεξεργάζεται τη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη και μεταφράζει τον Οθέλλο του Σαίξπηρ. Η παράλληλη αυτή ενασχόληση ωθεί τον ερευνητή να ανιχνεύσει τις πηγές του διαλόγου που ανοίγουν αυτά με το υπό διαμόρφωση έργο, δηλ. τον Αλέξη Ζορμπά.
Ως προς το δεύτερο επίπεδο, τη σχέση, δηλ., πραγματικότητας και μυθοπλασίας, η εξονυχιστική έρευνα σε αρχειακό υλικό, όπως είναι η αλληλογραφία, και σε κείμενα του ίδιου του Νίκου Καζαντζάκη αναδεικνύει την άμεση ανταπόκριση του συγγραφέα στα πρόσωπα και στους τόπους που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του. Δύο πρόσωπα με καίρια θέση στο μυθιστόρημα, ο Ζορμπάς και ο φίλος του συγγραφέα ο Σταυριδάκης, έχουν ήδη διαγράψει στη ζωή τους μια ιστορία συναντήσεων με τον συγγραφέα, οι ψηφίδες της οποίας συνδέονται και μελετώνται στην εργασία του Πασχάλη. Για τον Ζορμπά γνωρίζουμε τις συζητήσεις του στο Άγιον Όρος με τον Νίκο Καζαντζάκη, τη συνεργασία του στην Παστροβά της Μάνης για την εκμετάλλευση του λιγνίτη και τη συμμετοχή του στην επιχείρηση του Καυκάσου. Στην ίδια επιχείρηση έλαβε μέρος ο Γιάννης Σταυριδάκης, επιστήθιος φίλος του συγγραφέα, με τον οποίο τον συνδέει η ζωή στην Ευρώπη και το ιδανικό της εκπλήρωσης του χρέους, μέχρι θανάτου. Στη μελέτη, φαίνεται ότι, πριν ακόμη ζωντανέψουν ξανά στην πλοκή του μυθιστορήματος, τα δύο αυτά πρόσωπα έχουν συνδεθεί στο μυαλό του συγγραφέα με την πράξη, ο Ζορμπάς με την απόλαυση της ζωής και ο Σταυριδάκης με την εκπλήρωση του χρέους.
Στο δεύτερο επίπεδο εξετάζονται, επίσης, τα κείμενα που αποδεικνύουν την «μακρόχρονη κυοφορία» του μυθιστορήματος Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά. Ο ερευνητής την εντοπίζει σε τέσσερα κείμενα, σε δύο άρθρα, στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την Ελλάδα και στην Αναφορά στον Γκρέκο:
α) Το 1927 ο Νίκος Καζαντζάκης δημοσιεύει στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα άρθρο αφιερωμένο στη μνήμη του Γιάννη Σταυριδάκη, το οποίο ο ερευνητής θεωρεί προσχέδιο του Ζορμπά. Εκεί περιέχονται «αναμνήσεις και όνειρα» όπου πρωταγωνιστεί ο φίλος του και ενσωματώνονται αργότερα ως αναπαραστάσεις του στο μυθιστόρημα. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι η σύγκριση του άρθρου και του μυθιστορήματος αποκαλύπτει βασικά σημεία της ποιητικής του Νίκου Καζαντζάκη, όπως είναι σχέση της πραγματικότητας με τη μυθοπλασία, η διαχείριση ομόθεμων ενοτήτων, η σύνθεση των μυθιστορηματικών προσώπων κ. ά.
β) Δέκα χρόνια αργότερα, το 1937 ο συγγραφέας δημοσιεύει στο περιοδικό Κρητικές Σελίδες τρισέλιδο άρθρο με τίτλο «Πρόλογος στο μυθιστόρημα ‘Βίος και Πολιτεία Αλέξη Ζορμπά’». Ο Πασχάλης διακρίνει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έχουν οι σύντομες αφηγήσεις για τρεις ανθρώπους που τον προ(σ)καλούν να «ζήσει» την εγκόσμια ευτυχία. Ο Ζορμπάς, που τον καλεί στη Σερβία, ο μεταπράτης που τον προσκαλεί να γίνει συνέταιρός του στην Αφρική και η Νικολάεβνα, γνωστή από την περιπέτεια στον Καύκασο που τον παρακινεί να γνωρίσει τον έρωτα. Και στις τρεις περιπτώσεις αρνήθηκε την πρόκληση. Η συγκριτολογική έρευνα αναδεικνύει και πάλι τη διεργασία που υφίστανται τα πρόσωπα αυτά προκειμένου να εμπλουτίσουν τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες στον Αλέξη Ζορμπά · στον Αλέξη Ζορμπά χαρίζεται, π. χ., η ματιά του ανατολίτη μεταπράτη, κατά την είσοδο στο καφενείο, στη χήρα υπεισέρχεται η σαγήνη της Νικολάεβνα.
Στο ίδιο κείμενο ο Καζαντζάκης συζητά δυο ακόμη θέματα της ποιητικής του Αλέξη Ζορμπά: την αρχή και τη μορφή του μυθιστορήματος. Ο Πασχάλης προσέχει ότι η επιλογή του Πειραιά ως τόπου συνάντησης του Ζορμπά με τον συγγραφέα, την ώρα που διαβάζει τους στίχους από τον Επίγειο Παράδεισο της Κόλασης, προέρχεται από την αφήγηση του Καζαντζάκη για τον μεταπράτη που του προτείνει να ανοίξουν μαζί επιχείρηση στην Αφρική, ενώ η επινόηση της ακρογιαλιάς στη νότια Κρήτη ως του κυριότερου τόπου της πλοκής του Αλέξη Ζορμπά επιβεβαιώνει την αντίληψη του Νίκου Καζαντζάκη για τη συμβολική θέση της νήσου ανάμεσα στην Αφρική, τη Δύση και την Ανατολή. Όσο για τη φόρμα, η σύγκριση του προλόγου του 1937 με το μυθιστόρημα καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: Στο πρώτο σχεδίασμα προέχουν το εξωτικό στοιχείο και η περιπέτεια σε διαφορετικούς τόπους, ενώ στο μυθιστόρημα προέχει η εσωτερική περιπέτεια που εκτυλίσσεται μέσα σ’ ένα σταθερό σημείο αναφοράς, το νοτικό ακρογιάλι. Η στροφή αυτή προσδίδει και μια μορφή πνευματικότητας στο πρόσωπο του Ζορμπά. Όπως αποδεικνύει η έρευνα του Πασχάλη, η γνωριμία του Καζαντζάκη με την Αμερικανίδα Μακλάουντ, την οποία είχε επισκεφθεί προπολεμικά στο σπίτι της στο Στράτφορντ, συνέτεινε ώστε να ενδυναμωθεί ο χαρακτήρας του Ζορμπά με δραστηριότητες πνευματικού καθοδηγητή, δασκάλου. Η Μακλάουντ ήταν χορηγός της Οδύσσειας του Νίκου Καζαντζάκη, και υποστήριζε τους «Διδασκάλους» της ινδικής φιλοσοφίας· η ίδια αποκαλούσε γέροντα τον ινδό φιλόσοφο και δάσκαλό της Βιβεκανάντα.
Αλλά το μυθιστορηματικό πρόσωπο του Ζορμπά έχει στοιχεία και από τους τύπους που συναντά ο Καζαντζάκης, όταν ταξιδεύει στην Πελοπόννησο. Τις εντυπώσεις από το ταξίδι αυτό δημοσίευσε στην εφημερίδα Καθημερινή (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1937). Στην ταβέρνα της Γλαρέντζας (Κυλλήνη) ο μπάρμπα Θανάσης και ο γέρο Μαρκέτος, κοτσονάτοι εβδομηντάρηδες και οι δυο, «δανείζουν» στοιχεία τους στον «οργανισμό» του Ζορμπά· χορός, γυναίκες, ταξίδι, περιπέτεια, νόστος, Ιθάκη ανακαλούν την παρουσία του Οδυσσέα , τον Σεβάχ Θαλασσινό και τους κουρσάρους από το Νησί των χαμένων θησαυρών του Στίβενσον.
Η έρευνα επιχειρεί, επίσης, να απαντήσει στο ερώτημα «Γιατί τα πραγματικά γεγονότα, που συμβαίνουν εκτός Κρήτης, ο Νίκος Καζαντζάκης τα συμμαζεύει και τα καθιστά επεισόδια της κύριας πλοκής που τοποθετείται στο νοτικό ακρογιάλι της νήσου;». Εδώ βοηθά η Αναφορά στον Γκρέκο, όπου καταγράφεται η πνευματική πορεία του συγγραφέα προς τη διαμόρφωση της ιδεολογίας και της αισθητικής του, προς την κρητική ματιά. Κατά τον ερευνητή, η αποτίμηση του εν λόγω μυθιστορήματος μέσα στην Αναφορά υποδηλώνει τη πρόθεση του Νίκου Καζαντζάκη να αναθεωρήσει τη σκληρότητα με την οποία αντιμετώπισε μέσα στην άγρια και αδιάλλακτη Οδύσσειά τον μινωικό πολιτισμό καθιστώντας το έτσι το magnum opus (obra) της ζωής του. Ακόμη, η Κρήτη επανεκτιμάται ως χώρος όπου σώζονται τα ίχνη μιας «αρχέγονης» πολιτείας με πρότυπα και αξίες ζωής που αποτυπώνονται στις τοιχογραφίες (πρβλ. το χελιδονόψαρο, το σύμβολο της κρητικής ματιάς).
Στο τρίτο επίπεδο διερευνώνται οι διακειμενικές σχέσεις με τα έργα που αναφέρονται στο μυθιστόρημα. Η ομηρική Νέκυια, η πλατωνική Πολιτεία, η Θεία Κωμωδία του Δάντη, η σαιξπηρική Τρικυμία εξετάζονται σε σχέση με τη διαμόρφωση των ηρώων και του αφηγητή. Οι εμφανέστερες μεταπλάσεις είναι αυτές του ομηρικού κειμένου· ο ομηρικός «βόθρος» γίνεται «λάκκος της καρδιάς» όπου μαζεύονται οι «ίσκιοι» για να πάρουν δύναμη και να ζωντανέψουν. Έτσι εμφανίζεται πρώτος πρώτος ο Ζορμπάς, πίνει από το αίμα της καρδιάς, ζωντανεύει και λειτουργεί σαν τον Τειρεσία από τον οποίο ο Οδυσσέας ζητούσε να μάθει πώς θα επιστρέψει στην πατρίδα του.
Ο διάλογος της πλατωνικής Πολιτείας με τον Αλέξη Ζορμπά εστιάζεται κυρίως στον μύθο του Ηρός και στην «εκλογή του βίου». Όπως στην πλατωνική Πολιτεία ο ομηρικός Οδυσσέας επιλέγει στον νέο του βίο να είναι ένας απλός άνθρωπος έτσι και στο μυθιστόρημα ο αφηγητής καλείται να επιλέξει τον δικό του βίο, του απλού ανθρώπου και σ’ αυτή τη δύσκολη επιλογή αρωγός γίνεται ο Ζορμπάς. Αλλά ο ερευνητής δεν αρκείται σ’ αυτόν τον συσχετισμό, αλλά προχωρεί στην αναγωγή της μινωικής πολιτείας σε αρχέτυπο ιδανικής διακυβέρνησης.
Σημαντική είναι η θέση του Δάντη, επίσης, στο έργο, όπου ο μεγάλος Ιταλός ποιητής εμφανίζεται αμέσως από την αρχή του μυθιστορήματος. Η «Κόλαση» έχει δώσει μια θέση σε καθένα από τους ήρωες του μυθιστορήματος. Ο αφηγητής του έργου, όμως, κρατά για τον εαυτό του την κόλαση που δημιουργεί ο πειρασμός της χήρας, από την οποία λυτρώνεται σε δυο φάσεις· ο πρώτος αναβαθμός της λύτρωσης, στην οποία τον παρακινεί ο Ζορμπάς, ομολογείται υπαινικτικά, ενώ ο δεύτερος συμβαίνει με τον θάνατο και τον αισθητικό της μετασχηματισμό σε σύμβολο. Με την Τρικυμία του Σαίξπηρ συνδέεται η Μαντάμ Ορτάνς και ο Ζορμπάς, ενώ ο αφηγητής συγγραφέας επιλέγει να εκφράσει τις αγωνίες, τις προθέσεις και τις δυνατότητες που έχει ως προς την ανάπλαση των προσώπων, μιλώντας για τον Πρόσπερο της σαιξπηρικής κωμωδίας, που επιμένει στην ονειρική, στη φανταστική διάσταση του λογοτεχνικού έργου. Ενδιαφέρον στην περίπτωση αυτή παρουσιάζει η διακειμενική συσχέτιση της Κρήτης με το απροσδιόριστο μεσογειακό νησί της Τρικυμίας, που έχει, όμως, σχέση με την Αφρική. Κι αν το ναυάγιο της Τρικυμίας παρωδεί εν μέρει το ναυάγιο του Αινεία στην Αινειάδα του Βιργιλίου, η σχέση του Ζορμπά με την Ορτάνς παρωδεί τους επίσημους πριγκηπικούς γάμους, τον Αινεία, αλλά και συμβολικά την Ιστορία της Κατοχής της Κρήτης από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Επίλογος
Η σύντομη αυτή περιήγηση στα περιεχόμενα της έρευνας που επιχειρεί ο Μιχάλης Πασχάλης στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά δεν επέμεινε, όπως είναι ευνόητο, σε αρκετά σημαντικά θέματα που αναπτύσσονται στην εργασία. Εκείνο που πρέπει να επισημάνουμε εδώ είναι το κέρδος που έχουν οι σπουδές του έργου του Νίκου Καζαντζάκη από τους ερευνητές που η κλασική τους παιδεία και η θεωρητική τους εμβρίθεια δημιουργούν ένα πλαίσιο έρευνας όπου η μεθοδική προσέγγιση των κειμένων αποκαλύπτει ότι η μετεξέλιξη του Κρητικού συγγραφέα σε ταλαντούχο μυθιστοριογράφο είναι αποτέλεσμα μελετημένων μικρών αλλαγών και μετουσιώσεων που ο καιρός τις βοηθά να πάρουν νέες μορφές, να ανανεωθούν, να μεταμορφωθούν εν τέλει.

Ελπινίκη Νικολουδάκη-Σουρή, Επίκουρος καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης

Γιάννης-Μάριος Κολιόπουλος, Ταξιδευτές με τον «Δυσσέα» Νίκο Καζαντζάκη, Εκδόσεις Στέφανος Βασιλόπουλος, Αθήνα, 2008

Ο ομότιμος καθηγητής οφθαλμολογίας, κ. Γιάννης-Μάριος Κολιόπουλος, δημοσίευσε πρόσφατα το βαθυστόχαστο και πολύ επιμελημένο έργο του, Ταξιδευτές με τον «Δυσέα» Νίκο Καζαντζάκη. Ο συγγραφέας, ο οποίος με τις εμβριθέστατες και περισπούδαστες μελέτες του στον τομέα της Ιατρικής επιστήμης καταξιώθηκε και απέκτησε διεθνή αναγνώριση, είναι εξίσου επιτυχημένος στο χώρο της λογοτεχνίας και της πηγαίας φιλοσοφίας. ΄Εχει συνθέσει ποιήματα, δοκίμια, άρθρα σε λογοτεχνικά περιοδικά και μονογραφίες. Τυγχάνει επίτιμος πρόεδρος της ελληνικής Εταιρείας ιατρών λογοτεχνών.
Το παραπάνω έργο του, το οποίο είναι αποτέλεσμα πολλού μόχθου, προδίδει ότι ο συγγραφέας είναι βαθύς γνώστης του υπό διαπραγμάτευση θέματός του. Στο έργο αυτό, το οποίο διέπεται από αυστηρή λογική δομή και διακρίνεται για την κρυστάλλινη σαφήνειά του δίνεται τόσο κατά θέματα όσο και κατά έργα μια ακριβής και αντικειμενική εικόνα της πνευματικής προσφοράς του μεγάλου Κρητός στοχαστή Νίκου Καζαντζάκη. ΄Υστερα από την αναλυτική παρουσίαση των έργων του επισημαίνονται οι βασικές πνευματικές στάσεις και προσεγγίσεις του στα διάφορα θέματα, όπως είναι: ο θάνατος, η ελευθερία, η λύτρωση, ο κόσμος, η σιγή, ο πανθεΐσμός, ο μυστικισμός και η γυναίκα.
Εξετάζονται στη συνέχεια σημαντικές επιδράσεις που δέχτηκε ο Ν.Κ. Μεταξύ άλλων αναφέρονται οι: Πλάτων, Επίκουρος, Πλωτίνος, Ελ Γκρέκο, Βούδας, Ζορμπάς, Όμηρος, Χριστός, Λένιν, Νίτσε, Μπερξόν, Σικελιανός, Τζέιμς, Ντάντε, Γκαίτε, ΄Εγελος, Σέλλινγκ, Μπαίμε, Σπέγκλερ, Σοπενχάουερ, Κίρκεγκωρ, Τολστόι και Ντοστογιέφσκι. Ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι, παρόλο που ο Καζαντζάκης ήταν κατατρεγμένος, κατόρθωσε χάρις στη σπάνια ευφυΐα του και υπέρμετρη εργατικότητα και αντοχή να καταστεί οικουμενικός, επίκαιρος και διαχρονικός.
Τέλος, ο συγγραφέας με θαυμαστό ποιητικό λόγο προσπαθεί να συμπυκνώσει τα μηνύματα που στέλνει ο Κ. στους ανθρώπους όχι μόνο της σημερινής εποχής αλλά και κάθε εποχής. Αυτά συγκεράννυνται σε ένα : η ψυχή του ανθρώπου δεν πρέπει να εφησυχάζει, αλλά να είναι αχόρταστη και αξεδίψαστη, και διαρκώς να αναζητά. Ιθάκη είναι το ίδιο το ταξίδι. Η ανάλυση του συνολικού έργου του Κ., που επιχειρείται από τον συγγραφέα, είναι διεισδυτική και εμπεριστατωμένη, μαρτυρεί δε επιστημονική ευσυνειδησία και υποδειγματική υπευθυνότητα. Το βιβλίο διανθίζεται με φωτογραφίες του Κ. και ό,τι σχετίζεται με αυτόν. Η βιβλιογραφία είναι πλούσια και κατατοπιστική. Τα πόνημα καλύπτει υπαρκτό κενό, αφού δίνεται συνολικά η εικόνα της πνευματικής δημιουργίας και προσωπικότητας του Νίκου Καζαντζάκη.

Γιώργος Κουμάκης, καθηγητής Πανεπιστημίου

Το πάθος για την ελευθερία, πρακτικά των συνεδρίων που διοργάνωσαν το 1998 και το 2001 το Πανεπιστήμιο του Κιέβου, η ελληνική Πρεσβεία και η ΔΕΦΝΚ, Κίεβο, 2008 (στα ελληνικά και στα ουκρανικά)

Η νεοελληνική λογοτεχνία στην Ουκρανία μέχρι το δεύτερο μισό του ΧΧ αιώνα επισκιαζόταν από τη αίγλη της αρχαίας ελληνο-ρωμαϊκής λογοτεχνίας. Οι λόγοι αυτού του γεγονότος ήταν πολλαπλοί: η σημασία του ελληνο-ρωμαϊκού κόσμου ως θεμελιακού στοιχείου του νεοευρωπαϊκού πολιτισμού, η εξαρτημένη θέση της Ουκρανίας, ως εν μέρει αποικιοκρατούμενου χώρου, από τους πιο σημαντικούς, της Ρωσικής αυτοκρατορίας και μετά της ΕΣΣΔ, πράγμα που επηρέαζε πάρα πολύ την ανάπτυξη της πνευματικής ζωής του ουκρανικού έθνους με τη μορφή περιορισμών στον εκδοτικό τομέα κ.τ.λ.. Όμως ο καθυστερημένος αυτός ερχομός της νεοελληνικής λογοτεχνίας στον ουκρανό αναγνώστη χαρακτηρίστηκε από μια σειρά σημαντικών γεγονότων. Πρώτ’ απ’ όλα συμπίπτει με τη λεγόμενη «ουκρανική άνοιξη» της δεκαετίας του 60, ένα κύμα πνευματικής αναγέννησης, που ανέδειξε πολλές σημαντικές μορφές διανοουμένων, μεταξύ άλλων στο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών, των μεταφραστών και των κριτικών των φιλολογικών κειμένων. Την περίοδο της «ουκρανικής άνοιξης» οι φιλολογικές επιστήμες, απ’ τη μια υφιστάμενες ιδεολογικούς περιορισμούς, αλλά από την άλλη χρησιμοποιώντας την κρατική αρωγή, έφτασαν σε καινούριο επίπεδο της θεωρητικής προσέγγισης στα πνευματικά ζητήματα πράγμα που συνέβαλε στην αυτοσυνειδησία των Ουκρανών ως έθνους και λαού.
Ο πρώτος από τους νεοέλληνες λογοτέχνες που πάτησε τα ουκρανικά εδάφη ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης. Στη μετάφραση και διάδοση των έργων του μεγάλου Κρητικού αφοσιώθηκαν τα μέλη του «κύκλου του Μπιλέτσκυ» που δημιουργήθηκε γύρω από το σπουδαίο αυτό γλωσσολόγο, κλασσικό φιλόλογο και νεοελληνιστή. Εκτός από τους μεταφραστές των έργων του Καζαντζάκη όπως η Τατιάνα Τσερνισόβα, ο Βασίλειος Στεπανένκο, ο Ιβάν Γρετσανίβσκυ, ο Ανατόλιος Τσερντακλή στο κύκλο ανήκαν η κυρίαρχη μορφή της ουκρανικής μετάφρασης, που πρώτος απέδωσε στα ουκρανικά τον Καβάφη, ο Γκρηγόρυ Κότσουρ, οι γνωστοί γλωσσολόγοι και μεταφραστές η Νίνα Κλιμένκο, ο Αλέξανδρος Πονομαρίβ, Ευγένιος Κονοπάτσκυ, Ιρίνα Μπετκό και πολλοί άλλοι. Η μεγάλη δυσκολία που αντιμετώπισαν οι Ουκρανοί μεταφραστές της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι η δυσλειτουργικότητα στις σύγχρονες συνθήκες της μέχρι τότε ουκρανικής γλώσσας, η οποία χαρακτηριζόταν από το «υψηλό» λεξιλόγιο των εκκλησιαστικών κειμένων (αφηρημένο και θεολογικό λεξιλόγιο), και του κοζάκικου μπαρόκ του 17ου και 18ου αιώνα (ανθρωπιστικό λεξιλόγιο, φιλοσοφικές και αφηρημένες έννοιες). Ο 17ος -18ος αιώνας είναι η εποχή που έχουμε τις πρώτες καθαρές μαρτυρίες της ουκρανικής εθνικής συνείδησης που μεγάλωσε μέσα στις αντιπαραθέσεις και συμφιλιώσεις με τα δυτικά, βόρεια και ανατολίτικα πνευματικά στοιχεία. Αυτά τα στοιχεία τα αναζητούσανοι ουκρνοί λόγιοι μέχρι και τις αρχές του ΧΧ αιώνα, αλλά οι προσπάθειες αυτές σταμάτησαν, εκ των πραγμάτων, στη δεκαετία του 30. Η οξυδέρκεια των μεταφραστών του ‘60 γίνεται φανερή από το ότι και μετά από την ανεξαρτησία της Ουκρανίας τα ίδια ζητήματα προβληματίζουν για χρόνια το επιστημονικό σώμα.
Τα έργα του Ν.Καζαντζάκη αποτέλεσαν για τους μεταφραστές του κύκλου ένα δοκιμαστικό χώρο εφαρμογής των τεχνικών ζωντνέματος της «δεύτερης γραφής» του μεταφρασμένου κειμένου. Αξιοσημείωτη είναι και η παρουσία στα κείμενα του Καζαντζάκη ενός πλαισίου σύνθεσης Ανατολής και Δύσης, αρχαιότητας και νεοτερικότητας, στην οποία διαισθητικά ο Ουκρανός αναγνώστης έβλεπε μια συγγένεια με τη δικά του πολιτισμική κατάσταση.
Αυτό το οικείο περιεχόμενο, σε συνδυασμό με τη σημασία που δόθηκε στη μετάφραση ελληνικών έργων στα ουκρανικά, οδήγησε τους ουκρανούς μελετητές να προβούν σε μια σειρά συναντήσεων με σκοπό να εδραιωθεί ένας διάλογος πάνω σ΄ αυτές καθ’ αυτές τις ιδιαιτερότητες των έργων του Νίκου Καζαντζάκη και τη μελέτη των μεταφραστικών προσεγγίσεων, ως είδους της διαπολιτισμικής επικοινωνίας. Από το 1999 οι Ουκρανοί νεοελληνιστές μαζί με τους Έλληνες συναδέλφους τους διοργάνωσαν στο Εθνικό Πανεπιστήμιο «Τάρας Σεβτσένκο» του Κιέβου 2 διεθνή συμπόσια που αφορούσαν τις σχέσεις και επιρροές που είχε και ασκούσε ο Καζαντζάκης στην Ουκρανία. Το 2008 είδαν το φώς και τα πρακτικά «Νίκος Καζαντζάκης: το πάθος για την ελευθερία» όπου στο επιστημονικό και αναγνωστικό κοινό παρουσιάστηκαν οι καρποί της ερευνητικής δουλειάς και μερικές μεταφράσεις αναθεωρημένες ή αδημοσίευτες μέχρι τότε.
Τα πρακτικά αποτελούνται από τα δύο μέρη — ερευνητικό και μεταφραστικό. Ενώ στο πρώτο μέρος τις ερμηνείες και έρευνες τους προσφέρουν γνωστοί ήδη στους επιστημονικούς κύκλους μελετητές όπως ο Αλέξανδρος Πονομαρίβ και Γιάννης Μότσιος, στο δεύτερο μέρος μαζί με έξοχη μετάφραση της «Ασκητικής» από το Βολοντίμιρ Σκουρόβ δημοσιεύονται και τα έργα των νικητών του πανουκρανικού διαγωνισμού μεταφράσεων ανάμεσα στους φοιτητές που βραβεύτηκαν από τους έμπειρους μεταφραστές της προηγούμενης γενιάς, που μετείχαν στην επιτροπή του διαγωνισμού.
Οι ερευνητικές κατευθύνσεις των μελετών που παρουσιάζονται στο πρώτο μέρος αντανακλούν τους κλάδους όπου εργάζονται οι Ουκρανοί νεοελληνιστές ανοίγοντας ένα «διάλογο» με τις μελέτες των Ελλήνων συναδέλφων. Προς το παρόν παρατηρείται ότι οι Ουκρανοί μελετητές δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα γλωσσολογικά θέματα παρά στη λογοτεχνική κριτική η οποία παραδοσιακά ήταν διαδεδομένη και είχε επιρροή. Έτσι στα θέματα που έχουν σχέση με τη ζωή, τις συναναστροφές και τις επιρροές πάνω στον Καζαντζάκη αφιερώνουν τα άρθρα τους ο Β. Μιστσιούκ και ο Σ. Φεοντόσιεβ. Η Α. Στολιαρόβα στο άρθρο της προσπαθεί να διευκρινίσει μερικές λεπτομέρειες στις ιδέες που γεννούν και στις αντιδράσεις που προκαλούν στο ουκρανικό κοινό τα έργα του συγγραφέα, ξεχωρίζοντας τα καθολικά από τα αμιγώς εθνικά και προσωπικά δημιουργικά στοιχεία. Η συγκριτική μελέτη της Ρ. Τσιμπένκο με μια ευρεία παρέκβαση στους γλωσσοπολιτισμικούς προβληματισμούς αφιερώνεται στα διαχρονικά μοτίβα και σύμβολα και τη λειτουργία τους σε ένα μοντέρνο λογοτεχνικό έργο. Τα άρθρα της Λ. Γλούστσενκο και της Σ. Περεπλιότσικοβα χρησιμοποιούν τη διακλαδική μέθοδο συνδυάζοντας ταυτόχρονα τις αρχές της κειμενολογίας, της υφολογίας και της μεταφρασεολογίας με τη χρήση της πιο σύγχρονης βιβλιογραφίας που υπάρχει σ’ αυτούς πολύ αναπτυγμένους στην Ουκρανία κλάδους. Στη μελέτη του ο Α. Σαβένκο προσπαθεί να εφαρμόσει τις τελευταίες ανακαλύψεις της γνωστικής και πολιτιστικής γλωσσολογίας και της γλωσσολογίας του κειμένου συμπληρώνοντας από τη γλωσσολογική πλευρά τη μελέτη της Ρ. Τσιμπένκο.
Οι κατευθύνσεις που χαράζονται στα πρακτικά αυτά, μαζί με τις μεταφράσεις που περιέχονται στον τόμο, θα επηρεάσουν τις Νεοελληνικές Σπουδές στο άμεσο μέλλον.

Andriy Savenko, Καθηγητής Πανεπιστημίου και πρόεδρος του ουκρανικού Τμήματος της ΔΕΦΝΚ

Βιβλιοθήκη της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων
Νίκος Καζαντζάκης και Εκπαίδευση
Επιμέλεια: Χριστίνα Αργυροπούλου
Ελληνοεκδοτική 2008

Ο Doubrovsky το 1969 στο συνέδριο του Σεριζί επεσήμανε ότι η λογοτεχνία, στην ουσία της και στη μονιμότητά της, αμφισβητεί. Αν ένας συγγραφέας δικαιούται τον τίτλο του αμφισβητία, τότε αυτός είναι ο Νίκος Καζαντζάκης. Η φωνή του ανατρεπτικού και ερεθιστικού Νίκου Καζαντζάκη εξακολουθεί να ακούγεται μέσω των κειμένων του σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, συνεχίζοντας το πολυσχιδές έργο της, και η Διεθνής Εταιρεία Φίλων του Νίκου Καζαντζάκη, η οποία προβάλλει το έργο του μεγάλου στοχαστή σε παγκόσμιο επίπεδο, τον Σεπτέμβριο του 2007 συνδιοργάνωσαν μια ημερίδα για τα 50 χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα με τίτλο: Ο Καζαντζάκης και η Εκπαίδευση. Τα πρακτικά αυτής της ημερίδας δημοσιεύθηκαν τον Οκτώβριο του 2008 από την Ελληνοεκδοτική σε μια καλαίσθητη έκδοση 132 σελίδων, την οποία επιμελήθηκε με ιδιαίτερη φροντίδα η Χριστίνα Αργυροπούλου, με τίτλο Νίκος Καζαντζάκης και Εκπαίδευση, για να δοθεί η δυνατότητα σε όλους τους εκπαιδευτικούς να γνωρίσουν πτυχές της ζωής και του έργου του Νίκου Καζαντζάκη. Στόχος της ημερίδας ήταν να προβληθούν το ποικίλο έργο και η πολύπλευρη προσωπικότητα του μεγάλου συγγραφέα, το έργο του οποίου έχει μεταφρασθεί σε 51 γλώσσες-τρανή απόδειξη της ευρείας αποδοχής του-, και ταυτόχρονα να προταθούν τρόποι αξιοποίησης των κειμένων του στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Επειδή πρόκειται για τα πρακτικά μιας ημερίδας, το βιβλίο διαρθρώνεται με βάση τις εισηγήσεις. Μετά τους χαιρετισμούς του Αναστάσιου Στέφου, προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, και της Κλεοπάτρας Πρίφτη, Προέδρου του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων του Ν. Καζαντζάκη, οι οποίοι τονίζουν την επικαιρότητα του στοχασμού του μεγάλου διανοητή και λογοτέχνη, ο Αναστάσιος Στέφος επιχειρεί με ιδιαίτερη επιτυχία τη Συνοπτική παρουσίαση της ζωής και του έργου του Νίκου Καζαντζάκη. Αναφέρεται στους κυριότερους σταθμούς της ζωής του συγγραφέα, στα ταξίδια του και τις σημαντικές επαφές με προσωπικότητες της εποχής του, στοιχεία που φωτίζουν την προσωπικότητα του Καζαντζάκη, εξηγούν τη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη και δράση του, καθώς και το έργο του. Στο εργογραφικό μέρος αυτής της παρουσίασης γίνεται αναφορά στο θεατρικό, το ποιητικό και το μυθιστορηματικό έργο του σχολιάζοντας ταυτόχρονα όλα τα μυθιστορήματα, στην Ασκητική, στα δοκίμια, στην Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας και στη σειρά Ταξιδεύοντας, όπου ο Καζαντζάκης καταγράφει τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται μια ζωή γεμάτη δράση, μια διαρκής ανησυχία, μια πολυπραγμοσύνη και ένας κοσμοπολιτισμός, διότι ο Καζαντζάκης ήταν άνθρωπος της Κρήτης, της Ελλάδας και όλου του κόσμου, όπως καταδεικνύεται από το έργο του. Αυτή η εισήγηση είναι στην ουσία ένας μεστός πρόλογος σε όλο το βιβλίο, εφόσον όλοι οι επόμενοι εισηγητές αναπτύσσουν άξονες που θίγει ο Αναστάσιος Στέφος.
Μια άγνωστη για το ευρύ κοινό πτυχή του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, όπως είναι η συγγραφή Αναγνωστικών για το δημοτικό σχολείο σε συνεργασία με τη Γαλάτεια, παρουσιάζεται από την Ελπινίκη Νικολουδάκη-Σουρή. Η εισήγησή της Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος και η συνεργασία Γαλάτειας και Νίκου Καζαντζάκη στη συγγραφή Αναγνωστικών για το Δημοτικό Σχολείο επικεντρώνεται στο συνδυασμό του λογοτέχνη με τον παιδαγωγό στο πρόσωπο του Καζαντζάκη, καθώς και στο πάθος του για τη δημοτική γλώσσα. Μέσα από την προσέγγιση των αφηγημάτων Ο στρατιώτης και οι Τρεις Φίλοι που εμπεριέχονται στα αναγνωστικά του δημοτικού και την παράθεση αποσπασμάτων από τα σχολικά εγχειρίδια, διακρίνεται η διάθεση του μεγάλου λογοτέχνη να πλησιάσει τον μικρό ηλικιακά αναγνώστη.
Μολονότι το έργο του Καζαντζάκη είναι πλούσιο και προσφέρεται για πολυδιάστατες προσεγγίσεις, στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, όπως επισημαίνει η Γεωργία Χαριτίδου, το έλλειμμα είναι μεγάλο. Αναφερόμενη στην ανθολόγηση των κειμένων του συγγραφέα στα σχολικά εγχειρίδια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο και κάνοντας μια κριτική αξιολόγηση της ανθολόγησης των κειμένων αυτών, καθώς και των ασκήσεων και των ερωτήσεων που τα συνοδεύουν, διαπιστώνει ότι είναι μικρό το ποσοστό των κειμένων που ανθολογούνται και στους δύο κύκλους της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι μαθητές να μη γνωρίζουν τον συγγραφέα, ενώ το έργο του εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και ο ίδιος να ανήκει στους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς στο εξωτερικό. Αξίζει, επίσης, να προστεθεί ότι για πολλά χρόνια η μετάφραση της Ομήρου Ιλιάδας από τους Ν.Καζαντζάκη-Ι.Θ.Κακριδή αποτελούσε σχολικό βιβλίο.
Η Τζίνα Καλογήρου μέσα από την παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Καλογεράκη, Σ΄εχαριστώ Νίκο Καζαντζάκη, το οποίο ανήκει στην κατηγορία του παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου, επιχειρεί να καταστήσει σαφή τον φιλοσοφικό στοχασμό του Καζαντζάκη και κατορθώνει να δείξει πώς ένας συγγραφέας που δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την παιδική λογοτεχνία, όπως ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης, μπορεί να γίνει προσιτός στους αναγνώστες νεαρής ηλικίας. Αυτό που επιχειρεί η Τζίνα Καλογήρου είναι η αντιπαράθεση και η σύγκλιση μεγεθών, δηλαδή του Μεγάλου Καζαντζάκη και των μικρών αναγνωστών.
Τα ταξίδια που έκανε ο Καζαντζάκης και οι εμπειρίες που αποκόμισε απ’ αυτά καταγράφονται στη σειρά Ταξιδεύοντας, μια σειρά την οποία η Χριστίνα Αργυροπούλου προσεγγίζει ως μορφωτικό και εκπαιδευτικό υλικό. Εστιάζει, δηλαδή, στη μορφωτική και λογοτεχνική αξία της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας του Καζαντζάκη για την εκπαίδευση, στη διδακτική αξιοποίησή της και στα αναμενόμενα οφέλη για τους μαθητές. Μέσα από τη συνοπτική παρουσίαση των έργων που εντάσσονται στη σειρά αυτή φανερώνεται η μεγάλη τέχνη του Καζαντζάκη, ανατρέπεται η καθιερωμένη αντίληψη ότι η ταξιδιογραφία είναι λογοτεχνικό πάρεργο και πως αυτές οι αφηγήσεις είναι ξεκούραστα και εύπεπτα αναγνώσματα. Αντίθετα, στα κείμενα αυτά υπάρχει ο στοχασμός, ένας διάλογος της ύλης και του πνεύματος και ένας διάλογος ανάμεσα στις τρεις χρονικές βαθμίδες. Η Αργυροπούλου επισημαίνει τον πανανθρώπινο χαρακτήρα του έργου του και προτείνει τρόπους αξιοποίησής του στην εκπαίδευση, ιδιαίτερα στη διδασκαλία της γλώσσας και της ιστορίας, επισημαίνοντας ταυτόχρονα τη διαπολιτισμική διάσταση όλου του έργου. Πολύτροπος λοιπόν ο Καζαντζάκης, πολύτροπο και το έργο του που μπορεί να αξιοποιηθεί στην εκπαίδευση διαθεματικά, διεπιστημονικά και διαπολιτισμικά.
Μια άλλη παράμετρος του καζαντζακικού έργου είναι και η λογοτεχνική μετάφραση, καθώς τα έργα του λογοτέχνη μεταφράστηκαν σε 51 γλώσσες, αλλά και ο ίδιος ήταν μεταφραστής. Έτσι, ο Δημήτρης Φίλιας εξετάζει τα καζαντζακικά κείμενα ως εκπαιδευτικά εργαλεία για τον ασκούμενο μεταφραστή λογοτεχνίας, καθώς το έργο του Καζαντζάκη θεωρείται ως ουσιώδες παιδαγωγικό εργαλείο για τον μεταφρασιολόγο και τον μεταφραστή που ασκείται στα πανεπιστημιακά εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης λόγω της εξατομικευμένης μορφής συγγραφής του Λογοτέχνη. Η εισήγηση επικεντρώνεται στον μεταφραζόμενο Καζαντζάκη και όχι στον μεταφραστή. Μέσα από την περιγραφή των σταδίων προσέγγισης κειμένων διαφορετικής λογοτεχνικής γραφής, όπως είναι ο Πρωτομάστορας, οι επιστολές προς τη Γαλάτεια, οι ταξιδιωτικές σελίδες και οι Αδερφοφάδες, αναφέρεται κυρίως στους μεταφραστικούς τρόπους τους οποίους ακολουθούν στο πλαίσιο αυτού του εργαστηρίου αναδεικνύοντας για άλλη μια φορά την προσωπική γραφή του Καζαντζάκη.
Ο Νίκος Καζαντζάκης ως θεατρικός συγγραφέας και οι δυνατότητες αξιοποίησης των θεατρικών έργων του στην εκπαίδευση απασχολούν την Κυριακή Πετράκου, η οποία στην εισήγησή της με τίτλο Τα θεατρικά έργα του Νίκου Καζαντζάκη κατάλληλα για σχολικές παραστάσεις σχολιάζει τους ιδεολογικούς άξονες που διατρέχουν πέντε έργα του συγγραφέα, το Έως πότε;, την τριλογία του Προμηθέα (Προμηθέας Πυρφόρος, Προμηθέας Δεσμώτης, Προμηθέας Λυόμενος), τον Καποδίστρια, τον Χριστόφορο Κολόμβο και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ενώ προτείνει την αξιοποίησή τους στην εκπαίδευση προβάλλοντας τη διάθεση του συγγραφέα να διαπαιδαγωγήσει μέσω της τέχνης του, μολονότι δεν έγραψε θεατρικά έργα για παιδιά.
Αν και ο Καζαντζάκης δεν ήταν λαογράφος, γιατί ο στόχος του ήταν η ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης, το πλήθος των λαογραφικών στοιχείων που υπάρχει μέσα στο έργο του και που λειτουργούν σαν το όχημα της φιλοσοφικής σκέψης του, μπορεί να αξιοποιηθεί διδακτικά. Έτσι ο Αριστείδης Δουλαβέρας εξετάζει Το λαογραφικό στοιχείο στο μυθιστορηματικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη και τη διδακτική αξιοποίησή του εντοπίζοντας παραδείγματα λαογραφικών στοιχείων από τον υλικό βίο, τον κοινωνικό και τον πνευματικό σε τρία μυθιστορήματα, στο Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, στον Αλέξη Ζομπά και στον Καπετάν Μιχάλη, ενώ επισημαίνει το έλλειμμα στα ανθολογημένα αποσπάσματα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στοιχείο που καθιστά αδύνατη την οποιαδήποτε ουσιαστική προσέγγιση. Ως αντιστάθμισμα του ελλείμματος ο Δουλαβέρας προχωρεί και στη διατύπωση προτάσεων για την προβολή του καζαντζακικού έργου στους νέους, προκειμένου να γνωρίσουν τον μεγάλο συγγραφέα σε βάθος.
Η πλούσια βιβλιογραφία για τη ζωή και το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς και το φωτογραφικό υλικό που παραχώρησε το Μουσείο του Νίκου Καζαντζάκη και επιμελήθηκε η Χριστίνα Αργυροπούλου πλαισιώνουν όλα τα κείμενα της έκδοσης και προσφέρουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα να προχωρήσει περαιτέρω για την ανακάλυψη της σκέψης του λογοτέχνη και στοχαστή.
Μέσα από όλα αυτά τα κείμενα γίνεται φανερό ότι ο Καζαντζάκης επιδίωξε την ανθρώπινη επικοινωνία με κάθε τρόπο, ενώ ταυτόχρονα πάλευε να βρει απαντήσεις στα ερωτήματά του μέσα από ποικίλους δρόμους. Έτσι διαμόρφωσε μια πολλαπλή ταυτότητα, απόδειξη του διακαή πόθου του να βρει την αλήθεια, αλλά και τον Άνθρωπο. Συνδυάζοντας εμπειρία, επιστημονική γνώση και προβληματισμό προσέφερε ένα πολύπλευρο έργο παγκοσμίως γνωστό, που εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και να θέτει ερωτήματα. Αυτοί είναι και οι λόγοι που καθιστούν το έργο του αξιοποιήσιμο στην σύγχρονη εκπαίδευση.
Η παρούσα έκδοση, αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη, είναι μια εισαγωγή στο έργο του λογοτέχνη, εφόσον μέσα απ’ αυτό ο αναγνώστης μπορεί να γνωρίσει πτυχές της ζωής και του έργου του. Από την άλλη, είναι ένα βοήθημα για τον εκπαιδευτικό, καθώς μπορεί να βρει μέσα σ’ αυτό και τους τρόπους για τη διδακτική αξιοποίησή του. Από κει και πέρα ο ανήσυχος αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στα ίδια τα κείμενα του Καζαντζάκη και να τα μελετήσει ο ίδιος, για να μπορέσει να απολαύσει, αλλά και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και να διατυπώσει τις δικές του προτάσεις, γιατί τα γραπτά κείμενα είναι πάντα στη διάθεση του αναγνώστη για να τα προσεγγίσει. Όμως, όπως γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στην εισαγωγή του βιβλίου Ταξιδεύοντας Ρουσία, ο αναγνώστης πρέπει να έχει στο νου του τούτο: « τις λέξεις που μεταχειρίζουμαι να τις δέχεσαι σαν ύλη-δηλαδή σκληρό κουκούτσι που κλείνει μέσα του εκρηχτικές δυνάμες. Την κάθε λέξη, για να βρεις τι θέλω να πω, πρέπει να την αφήνεις να κάνει έκρηξη μέσα σου και να λευτερώνει έτσι την ψυχή που φυλακίζει. Αλλιώς, συνεννόηση δεν υπάρχει».

Δρ. Αντωνία Παπαδάκη, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Ν. Πέλλας

Roderick Beaton,
Ο Καζαντζάκης μοντερνιστής και μεταμοντέρνος
Επιμέλεια: Σ.Ν. Φιλιππίδης (Αθήνα: Καστανιώτης και Εκδόσεις Πανεπιστημίου Κρήτης, 2009)

Ο τίτλος του Καθηγητή Beaton μας εξάπτει την περιέργεια. Ποιός θα είχε φανταστεί ότι ο Καζαντζάκης θα είχε ποτέ αποκληθεί μεταμοντέρνος ή ακομα και μοντερνιστής; Αντίθετα τον αποκαλούσαν συνήθως ξεπερασμένο στην ποίηση, μια επιστροφή τον Παλαμά, ξεπερασμένο επίσης και στο μυθιστόρημα, μια επιστροφή στον Ντοστογιέφσκι. Ο Μπήτον συμφωνεί ότι το έπος του Καζαντζάκη Οδύσσεια αντικαθρεφτίζει πολύ τον Παλαμά, αλλά λέει πως κάτι πολύ διαφορετικό συνέβη αργότερα. Το διαφορετικό αρχίζει με τον Ζορμπά, που πρέπει ίσως να το δεί κανείς σα μιαν ανανέωση του ηθογραφικού είδους που επικεντρώνεται στη ζωή της υπαίθρου. Όταν όμως λάβουμε υπόψη (α) ότι το μυθιστόρημα αρχίζει με μιαν αναφορά στην Πολιτεία του Πλάτωνα («Χθές κατέβηκα στον Πειραιά») και συνεχίζει με ένα είδος Πλατωνικού διαλόγου μεταξύ Ζορμπά και αφεντικού), (β) ότι ο τίτλος του μυθιστορήματος στα ελληνικά – όχι στα αγγλικά— υποδηλώνει το είδος της ζωής των αγίων (ο Μπήτον θα μπορούσε να αναφέρει τον προσωρινό τίτλο του βιβλίου («Το συναξάρι του Ζορμπά»), και (γ) οτι ο ήρωας Ζορμπάς είναι η υπερανθρώπινη ενσωμάτωση του είδους του ελληνικού ηρωισμού που βλέπουμε στον Ηρακλή, κλπ., μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτός δεν είναι απλώς ρεαλισμός Ντοστογιεφσκικού τύπου αλλά ίσως κάτι που αντλεί από τον μοντερνισμό τής ελληνικής «Γενιάς του 30» που τυπικά θεωρείται η αντίθεση στην τεχνική του Καζαντζάκη, όχι μόνο στην Οδύσσεια του αλλά επίσης και στα μυθιστορήματά του.
Η τολμηρή επανεκτίμηση του Μπήτον συνεχίζεται στο κεφάλαιό του για το Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Εδώ βρίσκεται σε πολύ στέρεο έδαφος επειδή φέρνει τον Καζαντζάκη στη συντροφιά εκείνων που χρησιμοποίησαν τη «μυθική μέθοδο», τόσο κεντρική στον μοντερνισμό—εκείνων που πίστεψαν ότι ανεξάρτητες ζωές δεν μπορούν να έχουν νόημα εκτός αν αυτές οι ζωές συμμετέχουν με κάποιον τρόπο στις παγκόσμιες διεργασίες που αποκαλύπτονται μέσα από τον μύθο. Ο Μπήτον επικαλείται τον James Joyce, τον Eliot, και το The Golden Bough (Το Χρυσό Κλωνάρι) του Frazer, τονίζοντας ότι η ιστορία στο Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (γιατί υπάρχει πολλή ιστορία) γίνεται μύθος, ότι «ο κλασσικός ρεαλισμός» προσπερνάται και ότι το μυθιστόρημα, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί νεωτεριστικό. Χρησιμοποιεί καλή επιχειρηματολογία.
Αλλά μπορεί το ίδιο συμπέρασμα να ισχύσει και για το Ο Καπετάν Μιχάλης; Αρχίζοντας με παλαιότερους μελετητές που προσπάθησαν να απαντήσουν στο ερώτημα, ο Μπήτον προχωρεί περισσότερο, δηλώνοντας την πεποίθησή του ότι αυτό το μυθιστόρημα τοποθετεί τη βασική δομή της Ιλιάδας του Ομήρου σε μοντερνιστικό και ακόμα μεταμοντερνιστικό πλαίσιο. Γιατί; Επειδή περιγράφει τις ταλαιπωρίες του ανδρικού ηρωισμού που κυβερνάται κυρίως από τη σχέση του με μιά γυναίκα. Αυτό που ακολουθεί είναι ένας εξαντλητικός απολογισμός της σχέσης του Μιχάλη με την όμορφη Εμινέ, που τελειώνει βέβαια με το φόνο της από αυτόν, πράγμα το οποίο, αντίθετα με τις προσδοκίες του, δεν τον λυτρώνει από αυτό που ο Μπήτον αποκαλεί «δαίμονές του», για να πολεμήσει με μόνο στόχο του τη λευτεριά της Κρήτης από την τουρκική κυριαρχία. Αυτό που βλέπουμε στο τέλος, ο Μπήτον δηλώνει απερίφραστα, είναι αυτοκτονία: «Ελευθερία ή θάνατος» που μεταμορφώνεται σε «Ελευθερία και Θάνατο». Αντί να δούμε το βιβλίο ιστορικά (όπως οι Ελληνες αναγνώστες αρέσκονται να κάνουν σύμφωνα με ό,τι πιστεύουν υπαγορεύει η εθνικιστική φλόγα του μυθιστορήματος), θάπρεπε να το δούμε από την ευρύτερη προοπτική του μεταμοντερνιστικού μυθιστορήματος συγγραφέων όπως ο Borges και ο Marquez εξ αιτίας της σύγχυσης του ονείρου με την πραγματικότητα που εμπεριέχει και την υποβίβαση του ήρωα σε άτομο που δεν καταλαβαίνει την ίδια του την ουσία, γιατί μπερδεύει το όνειρο με την πραγματικότητα χωρίς να ξέρει τί κάνει. Αυτό, βέβαια, αναγνωρίζεται σαν μεταμοντερνισμός. Η ερώτηση που απομένει, όμως, είναι αν ο ίδιος ο Καζαντζάκης ήξερε τί έκανε. Ήταν μεταμοντέρνος κατά λάθος ή από πρόθεση; ‘Ηταν απίθανο να είχε διαβάσει Μπόρχες και αδύνατο να είχε διαβάσει Μάρκες, αλλά διάβασε τους μοντερνιστές Gide και Aldous Huxley με κάποια εκτίμηση, έγραψε αρκετά νωρίς, το 1936, ένα εντελώς «παράλογο» θεατρικό έργο, «Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει, και είχε την ικανότητα να κρύβει την «προοδευτική» του πλευρά πίσω από μια πιό αποδεκτή εθνικιστική μάσκα. Τί αστεία ιστορία αν το εκανε από πρόθεση, δεδομένου ότι με πάθος περιφρονούσε τη Γενιά του 30 (κι εκείνοι αυτόν!). Αλλά μπορεί να ήταν σαν τον χαρακτήρα του τον Καπετάν Μιχάλη και να μην ήξερε πολύ καλά τί έκανε.
Ο Μπήτον συνεχίζει με ένα κεφάλαιο για τρία ζευγάρια αντίθετων χαρακτήρων – Ζορμπάς / Αφεντικό, Μιχάλης / Κοσμάς, Ιησούς / Ιούδας – υποστηρίζοντας ότι όλες αυτές οι περιπτώσεις αντινομίας (για να μην αναφέρω και την περίπτωση του αντινομικού χαρακτήρα Μιχάλη) εικονίζουν αντίθετες πλευρές του συγγραφέα τους και μια «ρευστότητα» στην τεχνική χαρακτηρισμού του που την καθιστά τελείως διαφορετική από την τεχνική του κλασσικού ρεαλισμού και περισσότερο κοντά στην τεχνική του μοντερνισμού ή ακόμα και του μεταμοντερνισμού. Οπωσδήποτε, δεν βλέπομε σε αυτά τα τρία μυθιστορήματα του Καζαντζάκη τίποτα που να μοιάζει με την τεχνική χαρακτηρισμού ενός μυθιστοριογράφου σαν τον Ντοστογιέφσκι.
Ας πάμε τώρα στον Τελευταίο Πειρασμό, όπου ένα καλωσόρισμα της πολύ ειδικής γλώσσας αυτού του μυθιστορήματος—ανθρώπινης αλλά οπωσδήποτε ικανής να έχει μιά «φοβερά δημιουργική δύναμη» πέρα από το κείμενο—συνεχίζεται στο επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Ενας Πειρασμός που ποτέ δεν συνέβη: Καζαντζάκης και Μπόρχες». Η σύγκριση όμως με τον Μπόρχες δεν βοηθάει πολύ τον κύριο σκοπό του Μπήτον, που είναι να μας πείσει για τον μοντερνισμό και ακόμα για τον μεταμοντερνισμό του Καζαντζάκη. Αυτό που δείχνει είναι ορισμένες ομοιότητες όπως μιά εκτίμηση του ρόλου του Ιούδα και μια αφοσίωση στη θεωρία του χρόνου του Henri Bergson, αλλά το συμπέρασμα ότι ο «προβληματισμός» του Καζαντζάκη τον ενώνει με τον Μπόρχες χρειάζεται περισσότερη εκπόνηση.
Αυτή επιτελείται θαυμάσια στο τελικό κεφάλαιο όπου ο συγγραφέας εξετάζει την Αναφορά στον Γκρέκο, τη μυθιστοριογραφική αυτοβιογραφία του Καζαντζάκη, σε μιά προσπάθεια να ανακαλύψει την «ποιητική» του συγγραφέα–δηλαδή την καλλιτεχνική θεωρία που διέπει τη γραφή του. Το πρώτο συμπέρασμα του Μπήτον είναι ότι «η Λέξη [δηλ. η τέχνη του λόγου] προηγείται της πράξης, στην ουσία της πραγματικότητας». Εδώ παραθέτει την κεντρική δήλωση περί τέχνης του Καζαντζάκη στην Αναφορά στον Γκρέκο για την ανάγκη του καλλιτέχνη να βλέπει αιώνια ακίνητα σύμβολα κάτω από την καθημερινή ρευστή πραγματικότητα. Αυτή η «μυθική μέθοδος» είναι βέβαια η ουσία του μοντερνισμού. Ο Μπήτον ισχυρίζεται όμως, ότι για να καταλάβουμε τέλεια την ποιητική του Καζαντζάκη, πρέπει να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο στον μεταμοντερνισμό. Αυτό που πρέπει να εκτιμήσουμε στην ποιητική του Καζαντζάκη είναι ότι αν και η τέχνη μας φέρνει σε κάτι αιώνιο και ακίνητο—στον «Θεό» (πάντοτε ανάμεσα σε εισαγωγικά στον Καζαντζάκη)—αυτός ο αιώνιος «Θεός» δεν υπάρχει. Τίποτα δεν υπάρχει εκτός από το σκοτάδι: Nada. Το μεγάλο δημιουργικό κατόρθωμα της ανθρωπότητας, ένα παραμύθι που προσφέρει και ρευστή αλλά και αιώνια πραγματικότητα, είναι συγχρόνως μιά τέλεια απάτη. Αυτή ακριβώς ειναι η ουσία του μεταμοντερνισμού. Ετσι, η εξέταση του Καζαντζάκη από τον Καθηγητή Beaton είναι τελικά πειστική. Πρέπει όμως να επαναλάβω την ερώτηση που ανέφερα νωρίτερα: Κατάλαβε ο Καζαντζάκης τί έκανε; Αν όχι, δεν πειραζει. Αλλά η απάντηση μπορεί να είναι θετική, ιδίως αν λάβουμε υπόψη δηλώσεις όπως αυτή εδώ σε ένα γράμμα του στο Μηνά Δημάκη με ημερομηνία 1 Ιουλίου 1938:
«Τιπότα δεν έκαμα, η ζωήμου θα πάει χαμένη αν η «Οδύσεια» που τυπόνεται τόρα δεν έχει αξία. Μα κι αν έχει, πάλι η ζωη―αφτη είναι η φύσητης και η ανότατήτης εβγένεια και γι’ αφτο την αγαπούμε με τόσο πάθος―θα πάει χαμένη. Το ξέρουμε και δε φοβούμαστε και δουλέβουμε σα νάμαστε αθάνατοι. Ανότερη κορφη, θαρω, δεν μπορει ο κακομοίρης-εξαίσιος άνθρωπος να φτάσει».
Η τελική ειρωνεία μπορεί να είναι ότι η πιο εμφανής ένδειξη του μοντερνισμού ή και του μεταμοντερνισμού στα έργα του Καζαντζάκη βρίσκεται στο έπος της Οδύσσειας, τόσο ξεπερασμένου υποτίθεται—βρίσκεται όχι στην τεχνική, βέβαια, αλλά στην «ενόραση», εφόσον ολόκληρη η «ρεαλιστική» στόφα του έπους δεν είναι παρά ένας θολός ιστός αράχνης στο μυαλό του ήρωά του, που χάνεται σε ένα σκοτεινό κενό όταν αυτό το μυαλό το σβύνει ο θάνατος. Δεν υπάρχει τίποτα τόσο καταφανώς υποκειμενικό (διάβαζε «μεταμοντέρνο») ακόμα και στα μυθιστορήματα που τόσο διαφορετικά εξετάζονται από τον Καθηγητή Beaton.

Peter Bien, Dartmouth College

Ο Καζαντζάκης στον 21ο αιώνα
Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου:
«Νίκος Καζαντζάκης 2007: Πενήντα χρόνια μετά»
(Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ηράκλειο & Ρέθυμνο 18-21 Μαΐου 2007)
Επιμέλεια: Σ. Ν. Φιλιππίδης Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης &
Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης,
Ηράκλειο 2010

Τα 50 χρόνια από το θάνατο του Καζαντζάκη τιμήθηκαν με πολλές εκδηλώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη έχει δημοσιεύσει λεπτομερώς τις εκδηλώσεις, συνέδρια, επιστημονικά και καλλιτεχνικά γεγονότα που οργανώθηκαν για να θυμήσουν ότι όχι μόνο δεν ξεχάστηκε ο μεγάλος συγγραφέας, αλλά ότι στον 21ο αιώνα, πενήντα χρόνια μετά, είναι εξ ίσου, αν όχι περισσότερο επίκαιρος και αναγνωρισμένος ανάμεσά μας. Οι ιδέες του θάλεγε κανείς, σταθερά και φυσικά απηχούνται τώρα μέσα από τα προβλήματα της εποχής μας – κι ας τον λέγανε μερικοί παληομοδίτη – γιατί ήταν πάντα ριζωμένος στην αγωνία του ανθρώπου και στην ουσία της ζωής, που ποτέ δεν άλλαξε από καταβολής κόσμου και που ο δημιουργός τους είχε δει καθαρά με τη διάνοια αλλά και με την καρδιά, πολύ πιο μπροστά από τους καιρούς του.
Μια πολύ αξιόλογη συνεισφορά στο σκοπό αυτό, να τονίσουμε δηλαδή την επικαιρότητα του Καζαντζάκη 50 χρόνια μετά, αποτελεί ο θαυμάσιος τόμος των Πρακτικών του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «Νίκος Καζαντζάκης 2007: Πενήντα χρόνια μετά» που κυκλοφόρησε το 2010, με τον τίτλο «Ο Καζαντζάκης στον 21ο αιώνα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης και τις Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Το εντυπωσιακό έργο των συγγραφέων/ομιλητών του Συνεδρίου, που έγινε στο Ηράκλειο και Ρέθυμνο, από 18 μέχρι 21 Μαΐου 2007, επιμελήθηκε με εξαιρετική φροντίδα, σε ένα τόμο 522 σελίδων που αποτελεί θησαυρό για την καζαντζακική και ελληνική βιβλιογραφία, ο Ομότιμος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Σ.Ν. Φιλιππίδης. Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε χάρη στη δωρεά του ομογενούς Γεωργίου Σιγανού και την επιστημονική οργάνωση του Καθηγητή Σ. Ν. Φιλιππίδη. Ο τόμος των Πρακτικών εκδόθηκε χάρη στην οικονομική ενίσχυση στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης από το «Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη». Κατάλογος των συγγραφέων του τόμου και τίτλοι των ανακοινώσεών τους ακολουθεί.
Τους ευχαριστούμε όλους για το πολύτιμο βιβλίο.
Αγγέλα Κστρινάκη, Ο Καζαντζάκης Γνωστικός,
Δημήτρης Δημητρούλης, Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Γενιά του ’30. Τα ίχνη της απουσίας,
Γιώργος Κεχαγιόγλου, Μερικές Παρατηρήσεις και σκέψεις με αφορμή τη μεσοαστική και απωανατολική γραμματειακή διάσταση στην Ν. Καζαντζάκη,
Δημήτρης Τζιόβας, Ο πειρασμός του αρχάγγελου και το νόημα της θυσίας: Η ερμηνευτική του προσωπείου στο Χριστός ξανασταυρώνεται,
Μαρίτα Παπαρούση, Όψεις του σώματος στο μυθιστόρημα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται,
Μηχαήλ Πασχάλης, Η τοπογραφία του Ζορμπά: Ιδεολογική λειτουργία και διακείμενα,
Αντώνης Γλυτζούρης, Τα μερεμέτια του Πρωτομάστορα,
Παναγιώτα Μήνη, Πλάθοντας για τον κινηματογράφο έναν επαναστάτη Προφήτη: το σενάριο Μουχαμέτης (1932) του Ν. Καζαντζάκη,
Γ. Φαρίνου – Μαλαματάρη, Τέσσερεις γυναίκες βιογραφούν τον Καζαντζάκη,
Νίκος Παπαχριστόπουλος, Ο Νόμος της Μητέρας: Ν. Καζαντζάκη Ο Τελευταίος Πειρασμός,
Μαρίνος Πουργούρης, Τοτέμ και Ταμπού: Ο Καζαντζάκης αναγνώστης του Freud,
Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος, Σημασιακοί κώδικες και αξιακά πρότυπα της Κρήτης στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη,
Δημήτρης Παπανικολάου, «Αφεντικό, άνθρωπο δεν αγάπησα σαν εσένα»: Ο Αλέξης Ζορμπάς και η ποιητική της ομοκοινωνικότητας,
Σ. Ν. Φιλιππίδης, Οι απόγονοι του Ντοστογιέβσκι και ο Καζαντζάκης.

Constance Tagopoulos, Καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας

NIKOΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Παραμορφώσεις, Παραλείψεις, Μυθοποιήσεις
Εκδόσεις Γκοβόστη

Το 2007 συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη. Με αφορμή την επέτειο αυτή οργανώθηκαν στην Ελλάδα συνέδρια,αφιερώματα, σε περιοδικά που αποδεικνύουν το ενδιαφέρον των μελετητών και την διαχρονικότητα του ανήσυχου Κρητικού δημιουργού, ο οποίος»καλλιέργησε όλα τα είδη του λόγου (θέατρο,μυθιστόρημα,ποιήση,δοκίμιο,ταξιδιωτικές εντυπώσεις ,δημοσιογραφία)», όπως τονίζει και ο Θανάσης Αγάθος,στην εισαγωγή του τόμου που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια του ίδιου και της ΄Ερης Σταυροπούλου(μελών της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου).
Ο τόμος αυτός περιλαμβάνει τις εισηγήσεις στο Συνέδριο που έλαβε χώρα από 1-3 Νοεμβρίου 2007 από το Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.Γράφει χαρακτηριστικά ο Θ. Αγάθος ,ό,τι σκοπός του Συνεδρίου ήταν»η απαγκίστρωση του Καζαντζακικού έργου από τα στερεότυπα που συχνά το συνοδεύουν»

Τα άρθρα του τόμου περιλαμβάνουν διάφορα θέματα ,που κινούνται σε 3 αξονες.
1.Τα άρθρα φιλοσοφικού και θεολογικού προβληματισμού όπως τα παρακάτω,
Ο Ρeter Bien στο «Καζαντζάκης ο θρησκομανής?» αναφέρεται στην «ιδιόμορφη θρησκευτικότητα του» και γράφει χαρακτηριστικά ότι «αυτό που ήθελε να κάνει ο Καζαντζάκης ήταν να μας προσφέρει μια μέθοδο να είμαστε θρήσκοι σ’ένα κόσμο που δεν μπορεί να θεωρηθεί το ίδιο μετά τις θεωρίες του Δαρβίνου».
Ο Χρίστος Αλεξίου στο » Ταξιδεύοντας στη Ρωσία με την Ασκητική για την Οδύσσεια» υποστηρίζει ό,τι τα ταξίδια της Ρωσίας(1925-1930), επηρέασαν βαθύτατα τον Καζαντζάκη και βλέπει την» Ασκητική» ως ένα έργο που εκφράζει ένα μετακομουνιστικό πιστεύω.Στα ταξίδια στη Ρωσία συνέλεξε παραστάσεις για την» Οδύσσεια».
Ο Ηλίας Βράζας στην » Κρητική Ματιά » ως «Amor Fati»,η αυτοσυντήρηση του «μισερού καπετάνιου» συσχετίζει την Κρητική ματιά με το Amor fati .»Ο Amor fati είναι μια ετοιμότητα του ανθρώπου να βιώνει χαρούμενα ό,τι του συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να συμβεί σ΄αυτόν».Το Amor fati μπορεί να είναι και ετοιμότητα για τον θάνατο ή μια λατρεία ,μιας ανέλπιδης μοίρας.
Ο Γιώργος Περαντώνης στο «Ο Καπετάν Μιχάλης ενάντια στις δωρικές του καταβολές»,υποστηρίζει ό,τι ο Καζαντζάκης βλέπει στην Κρήτη του 19 αι’ωνα την ιδεολόγία της αρχαίας Σπάρτης αλλά ο ήρωας του δεν συμφωνεί απόλυτα με αυτό το πρότυπο και αυτό συμβαίνει και σε άλλα έργα του Καζαντζάκη.
2.Οι επόμενες μελέτες εστιάζουν την ερευνά τους στο πρώιμο ,μυθιστόρηματικό και δοκιμιακό έργο του Κρητικού συγγραφέα.
Η Βίκυ Μόσχου στο «κάποια κοντάρια όμορφα και ντελικάτα σπούν,κριτικές παραλείψεις μιας προπαρασκευαστικής περιόδου.Ο Κ. μεταξύ 1906 και 1910», αναφέρεται στα πρ’ωτα δημιουργήματα του συγγραφέα στην πρώτη δεκαετία του 20 αιώνα.Κατά την δεκαετία αυτή ο Καζαντζάκης μάχεται εναντίον της «αρρώστιας του αιώνος», που θα καταλήξει από τον σχετικισμό στο μηδενισμό και τον πεσιμισμό σύμφωνα με τους θεωρητικούς της που τον επηρέασαν.
Η Αννα Χρυσόγελου-Κατσή στο «Κάρμα Νιρβαμή»,Η αρρώστια του αιώνος,ένα θεωρητικό κείμενο του Ν.Καζαντζάκη», ασχολείται με το νεανικό δοκίμιο του συγγραφέα»Η αρρώστια του αιώνος»,Εξετάζει πιθανές επιδράσεις του από τους Εrnest Renan και Jean Paul τους οποίους δεν αναφέρει ως πηγές του,όπως συνήθιζε.
Ο Θανάσης Αγάθος στο «Σπασμένες ψυχές, το»μαύρο πρόβατο» της καζαντζακικής πεζογραφίας»,υποστηρίζει ό,τι ηθικοί λόγοι της εποχής άφησαν στην αφάνεια το μυθιστόρημα αυτό του συγγραφέα και προτείνει την επανεκτιμησή του.
3.Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται επίσης συγκριτικές μελέτες και επιδράσεις,διακειμενικοί συσχετισμοί.
Η Ερη Σταυροπούλου στο «ο Γιάννης Μπεράτης»διαβάζει» Νίκο Καζαντζάκη», εξετάζει τις επιδράσεις του πρώτου από τον δεύτερο στο «Ενας σωσίας» του Μπεράτη και στην «Ασκητική» του .
Ο Γιώργος Κεχαγιόγλου στο»Μερικές παρατηρήσεις και σκέψεις με αφορμή τη μεσοασιατική και απωανατολική γραμματειακή διάσταση στον Ν. Κ.», ερευνά την επίδραση της λογοτεχνίας αυτής στον Κρητικό δημιουργό.
Η Αλίκη Τσοτσορού στο «Εικόνες του Αγίου Ορους στον Ν.Καζαντζάκη» μελετάει με ποιο τρόπο είδε τον Αθωνα ο συγγραφέας.Η προσέγγιση του Κ. στο Αγιο Ορος είναι θεολογική.Αναζητάει την ουσία της μοναστικής ασκησης΄.Παράλληλα η Τσοτσορού αναφέρεται και σε αντοίστοιχα κείμενα για το Ορος των Σικελιανού,Κόντογλου,Παπαντωνίου κ.αλ.
Ο Μιχαήλ Πασχάλης στο»Οι εκδοχές της Κρήτης στον Καζαντζάκη» εξετάζει το θέμα μέσα από τα έργα ,»Οδύσσεια», «Ο Βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», «Αναφορά στον Γκρέκο» και τον «Καπετάν Μιχάλη».
4.Δύο από τους μελετητές που συνεργάστηκαν στον τόμο αυτό εξετάζουν αποκλειστικά τη βαρύτητα του Ζορμπά για την πορεία του Καζαντζάκη και την ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ο Δημήτρης Παπανικολάου στο «Αφεντικό άνθρωπο δεν άγάπησα σαν εσένα»,ο Αλέξης Ζορμπάς και η ποιητική της ομοκοινωνικότητας.», προτείνει μια ανάγνωση του Ζορμπά μέσα από το θεωρητικό πλαίσιο της «ομοκοινωνικότητας», με αναφορά στις γυναίκες.
Ο Ευρυπίδης Γαραντούδης στο «Ζorba the Greek», την ταινία του Μ.Κακογιάννη και το»Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Κ. πραγματοποιεί μια σύγκριση ανάμεσα στο μυθιστόρημα του Κ. και την ταινία του Κακογιάννη η οποία εκλαίκευσε το βιβλίο.
Η Μαρίνα Γρηγοροπούλου στο «Η Αναφορά στον Γκρέκο» του Ν.Κ., ένα έργο αναζητά γενετική ταυτότητα «,προσπαθεί μέσα από θεωρητικές αναφορές να καθορίσει τη γενετική ταυτότητα του έργου.Προτείνει τον όρο»αυτομυθιστορία»,ένα σύνολο αναμνήσεων και φαντασίας .
Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης στο «Τα όνειρα στον Ν. Κ.,παρατηρήσεις πάνω σε μία έκδοση»,προτείνει την συγκέντρωτική έκδοση των ονείρων του Κ. ως ενιαίου κειμένου και την αντιμετωπισή τους στην ολότητα του έργου του.
Ο Λευτέρης Χαρωνίτης στο ο «Ν.Κ. και ο κινηματογράφος.» αναφέρεται στη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων για σοβιετικά καιαμερικάνικα στούντιο.
Η Κυριακή Πετράκου στο»Θεατρικότητα και αντιθεατρικότητα στα δράματα του Καζαντζάκη», υποστηρίζει την θεατρικότητα των έργων του συγγραφέα όπως η «Μέλισσα» και την καλή υποδοχή της στη Γαλλία και καταρρίπτει τους μύθους περί αντιθεατρικότητας του συγγραφέα.
Η Εύη Πετροπούλου στο «Ο Καζαντζάκης της Γερμανίας.Κριτική θεώρηση της πρόσληψης του έργου του Ελληνα συγγραφέα στον γερμανόφωνο χώρο»,αναφέρεται στα στοιχεία που αρέσουν στο κοινό και στους κριτικούς της Γερμανίας διαβάζοντας Καζαντζάκη.
Ο Θεόδωρος Γραμματάς στο «Εσπασαν τις ιδέες και είδαν ,γεμάτες αέρα.Αποδόμηση της καζαντζακικής μυθοπλασίας στην εποχή της ΄υστερης νεοτερικότητας», αναφέρεται στα αντιφατικά στοιχεία του έργου του Κ. που χρήζουν μιας συνθετικής ερμηνείας.
5.Σύγχρονοι λογοτέχνες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ, η Ρέα Γαλανάκη, ο Μανόλης Πρατικάκης και ο Δημήτρης Καλοκύρης γράφουν για το έργο του τα εξής,
Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ στο «Ο νονός μου ο Καζαντζάκης», αναφέρεται στην σχέση της με τον Κ. και ό,τι στην «Ασκητική» συνυπάρχουν φιλοσοφία και ποίηση.
Η Ρέα Γαλανάκη στο «Ο Dominus εδώ είναι ο Χρόνος» ,ως Ηρακλειώτισσα κι αυτή συγγραφέας προτείνει άλλες μεθόδους για την ανάγνωση του έργου του συμπατριώτη της.
Ο Μανόλης Πρατικάκης στο «Μικρό σχόλιο στον Ν. Κ.»,εξομολογείται ό,τι άργησε να τον συμπεριλάβει στις αναγνώσεις του και ό,τι η «Αναφορά στον Γκρέκο»είναι το σημαντικότερο έργο της Νεοελληνικής πεζογραφίας.
Ο Δημήτρης Καλοκύρης στο «Καζαντζάκης-Εμπειρίκος,Δεκατρία στοιχεία για ένα ενδεχόμενο αμφίβιο»,αναδεικνύει τα κοινά σημεία ανάμεσα στον Καζαντζάκη και τον Εμπειρίκο.

Λίτσα Δαμουλή-Φίλια Δ.ρ. Ιονίου Πανεπιστημίου, Φιλόλογος και Συγγραφέας

The Selected Letters of Nikos Kazantzakis
Edited and translated by Peter Bien, Princepton University Press, USA, 2012

Προλεγόμενα του Peter Bien

Στο βιβλίο The Selected Letters of Nikos Kazantzakis, ο Bien περιορίζεται στην ανάπτυξη των προλεγομένων του μονάχα σε δεκαεννιά σελίδες – εκ των οποίων τέσσερις σελίδες αποτελούν την ανταπόδοση ευχαριστιών στους φορείς ή τα φυσικά πρόσωπα που τον βοήθησαν με οποιονδήποτε τρόπο στην ολοκλήρωση του έργου του.
Τα Προλεγόμενα του βιβλίου χωρίζονται σε δύο βασικές ενότητες: α) στον Πρόλογο (Introduction) και β) στη Χρονογραφία του Νίκου Καζαντζάκη (Chronology).

Πρόλογος

Στον Πρόλογο ο Bien περιγράφει ακροθιγώς σε πέντε ενότητες τη μεθοδολογία της συγγραφής των επίλεκτων επιστολών στην αγγλική γλώσσα, ενώ αναπτύσσει με ιδιαίτερη αμεσότητα την ενότητα της ανταπόδοσης των ευχαριστιών (Acknowledgements) στην οποία συμπεριλαμβάνει αρκετές περιγραφικές λεπτομέρειες με ιδιάζουσα ιστορική σημασία. Συγκεκριμένα, σημειώνει πέντε ενότητες οι οποίες συνοδεύουν το στα-χυολόγημα των επιστολών του. Αρχικά, αναφέρεται στη σπουδαιότητα του Καζαντζάκη (His importance), τονίζοντας, πρώτα από όλα, ότι η Ελλάδα στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα αποτέλεσε πραγματικά μια αξιοσημείωτη πνευ-ματική ανανεωτική πνοή, όμοια με εκείνη που παρουσίασε την ίδια περίοδο και η Ιρλανδία. Ανάμεσα στους διάφορους ιρλανδούς και έλληνες λογοτέχνες, ο μελετητής σημειώνει και ξεχωρίζει το όνομα του Καζαντζάκη, τοποθετώντας δίπλα του διάφορα ονόματα λογοτεχνών, όπως των Yeats, Joyce, Beckett, Wilde, Shaw και των Καβάφη, Παλαμά, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου. Ο Bien με τη συγκριτική του αυτή διατύπωση έχει στόχο να τοποθετήσει τον Νίκο Καζαντζάκη ανάμεσα σε αξιόλογους πνευματικούς ανθρώπους, της Ελλάδας, της Ιρλανδίας αλλά και της Ευρώπης γενικότερα.
Ο Bien αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα του Νίκου Καζαντζάκη, αναφερόμενος σε δύο κύρια σημεία: α) ότι ο συγγραφέας αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι «μιας λογοτεχνικής και πολιτιστικής αναγέννησης», παρόλο που συνέθεσε – κατά τον Bien – «ένα αδύναμο ποιητικό έργο» και β) ότι ο συγγραφέας κατόρθωσε «αδιαμφισβήτητα μια μοναδική επιτυχία να γίνει ευρέως γνωστός εκτός του ελλαδικού χώρου δια μέσου των μεταφράσεων των έργων του» (Bien 2012: ix). Πράγματι, υπερθεματίζοντας στα λεγόμενα του Bien, θεωρώ ότι ο Καζαντζάκης αποτελεί τον πιο πολυμεταφρασμένο Νεοέλληνα συγγραφέα. Είναι γεγονός ότι έχει μεταφραστεί σε πάνω από σαράντα γλώσσες σε ολόκληρο τον κόσμο. Επίσης, ο Bien τονίζει ότι τη σταδιοδρομία του κρητικού συγγραφέα επηρέασαν σημαντικά οι πολιτικές εμπειρίες και παρεμβάσεις του, καθώς και το πλήθος των ταξιδιών του, τα οποία αποτέλεσαν πηγή συλλογής πλούσιων πληροφοριών. Στην επόμενη ενότητα, ο μελετητής χαρακτηρίζει τον Καζαντζάκη ως έναν μανιακό επιστολογράφο (A Maniacal Epistolographer), «αφού για κείνον η συγγραφή γραμμάτων αποτελούσε μια πραγματική μανία: μια ένθερμη και ενθουσιώδης ανάγκη» (Bien 2012: x). Στις επιστολές του συγγραφέα, ο Bien αναγνωρίζει τη δύναμη της έκφρασης, τον πλούτο του λεξιλογίου, την πολυμάθεια, την ακούραστη επιθυμία να ασχολείται με οτιδήποτε και οποιονδήποτε τον περιέβαλε. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Καζαντζάκης γράφει επιστολές, αναδεικνύοντας την αλληλογραφία ως τον σημαντικότερο τρόπο επικοινωνίας, πράγμα που ο Bien σχολιάζει ως ανάγκη του συγγραφέα να στέλνει και να λαμβάνει γράμματα, αφού ο ίδιος μελετητής θεωρεί ότι ο Καζαντζάκης έγραφε, ομολογώντας τον φόβο ότι δίχως γράμματα, η επαφή και η επικοινωνία του με τους ανθρώπους και την ανθρωπότητα γενικότερα, θα έτεινε να διακοπεί. Πράγματι, ο συγγραφέας αλληλογραφούσε με εξαιρετική συχνότητα με αποτέλεσμα η επιστολογραφία του -γνωστή και άγνωστη ως σήμερα – να αποτελεί σημαντικό έργο Λόγου, που αξίζει ιδιαίτερης μελέτης. Συμφωνώ απόλυτα με τις απόψεις του Bien και θεωρώ επιτυχημένο τον χαρακτηρισμό του σχετικά με την ιερή μανία που κατάκλυζε τον Καζαντζάκη κατά τη συγγραφή μιας επιστολής.
Στις επόμενες ενότητες, ο μελετητής περιγράφει τη μεθοδολογία της συγγραφής του βιβλίου του, αναλύοντας περιληπτικά ότι το βασικό κριτήριο της επιλογής μιας επιστολής προκειμένου να ενταχθεί στα επίλεκτα γράμματα ήταν η πληρότητα (Completeness) της ίδιας της επιστολής, με άλλα λόγια να είναι ολοκληρωμένη και όχι αποσπασματική. Ακόμη, αναφέρει τη χρησιμότητα των συμπληρωματικών πληροφοριών υπό τη μορφή σχολίων (Annotations) μετά από κάθε επιστολή και τέλος, περιγράφει την επίπονη διαδικασία της μεταγραφής και της μετατροπής (Transliteration) ελληνικών λέξεων στην αγγλική γλώσσα· ο Bien συντάσσεται με τις απόψεις αρκετών γλωσσολόγων και μεταγράφει τις λέξεις, οι οποίες δεν μπορούν να μεταφραστούν, όπως είναι κύρια ονόματα, τοπωνύμια κ.ά., προσεγγίζοντας την προφορά της Νέας Ελληνικής. Επίσης, ο μελετητής εν συντομία συμπληρώνει ότι δεν ακολουθεί τους ιδιόρρυθμους ορθογραφικούς κανόνες του Καζαντζάκη και δεν σημειώνει σημάδια προφοράς προκειμένου να έχει μια επιθυμητή απλούστευση, ενώ σε πολλά σημεία επιλέγει να παραθέσει αυτούσιες τις ελληνικές λέξεις.

Χρονογραφία του Νίκου Καζαντζάκη

Στη συνέχεια των Προλεγομένων του, ο Bien επιλέγει να τοποθετήσει μία σύντομη αλλά περιεκτική Χρονογραφία της Ζωής και του Έργου του Νίκου Καζαντζάκη. Ο ίδιος ο μελετητής αναφέρει ότι η συγκεκριμένη χρονογραφία βασίζεται κυρίως στις βιογραφικές αναφορές του Πρεβελάκη ([1965]1984: Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη, σ.σ. 3-16, 19-22, 125-127, 383-389, 531-551), ενώ αποτελεί μια αναθεωρημένη χρονογραφία παλιότερου μελετήματός του (Bien, Peter. 1989. Kazantzakis: Politics of the Spirit. vol. 1. Princeton, N.J.: Princeton University Press. p.p. xvii-xxiv). Ο μελετητής διαχωρίζει τη χρονογραφία σε έντεκα επιμέρους περιόδους καλύπτοντας περιγραφικά στους τίτλους τη ζωή του συγγραφέα. Ο διαχωρισμός είναι σαφής και βασίζεται σε σημαντικά βιωματικά και πνευματικά γεγονότα της ζωής του Καζαντζάκη. Ο υποκειμενικός χαρακτήρας, τόσο του διαχωρισμού των επιμέρους χρονολογικών περιόδων όσο και της τιτλοφόρησης των περιόδων αυτών, θα μπορούσε να αναθεωρηθεί σύμφωνα με τις ανάγκες του κάθε ερευνητή. Κρίνοντας τους τίτλους των περιόδων, αναγνωρίζω την πληρότητά τους, παρόλο που σε ορισμένα σημεία εμπεριέχεται ένας ιδιόμορφος σχολιασμός (βλ. VIII, Bien 2012: xxii), που – κατά τη γνώμη μου – θα μπορούσε να παραλειφθεί, προκειμένου να αναδειχθεί περισσότερο ο αντικειμενικός χαρακτήρας της χρονογραφίας. Παρόλα αυτά θεωρώ ότι μια σύγχρονη έκδοση της Χρονογραφίας του Καζαντζάκη, αναθεωρημένης και διορθωμένης σε ορισμένα σημεία, αποτελεί έναν σημαντικό αρωγό στη συγκριτική μελέτη ανάμεσα στα γεγονότα και στις επιστολές.

Επιστολές

Οι επιστολές που περιλαμβάνονται στο βιβλίο The Selected Letters of Nikos Kazantzakis είναι επτακόσιες σαράντα επτά στον αριθμό και καλύπτουν χρονολογικά ολόκληρη την πνευματική ζωή του συγγραφέα (από το 1902 που ο Καζαντζάκης είναι δεκαεννιά χρόνων έως και το 1957 που είναι εβδομήντα τεσσάρων χρόνων).

Επιλογή

Ο Bien σημειώνει ότι η επιλογή των συγκεκριμένων επιστολών έγινε με γνώμονα το προσωπικό επιστημονικό αισθητήριό του, αλλά με σαφή και έγκριτα κριτήρια. Πρώτο κριτήριο είναι το περιεχόμενο: να υπάρχει ένα φυσικό και εγγενές ενδιαφέρον· δεύτερο κριτήριο είναι η ποικιλία: να περιλάβει κάθε παραλήπτη των γραμμάτων του συγγραφέα· και τρίτο κριτήριο – όπως αναφέρθηκε παραπάνω – είναι η πληρότητα: να αποτελεί μια ολοκληρωμένη μορφή της επιστολής.
Θεωρώ ότι και τα τρία κριτήρια της επιλογής των επιστολών είναι εξίσου σημαντικά και αναδεικνύουν την επιστημονική χροιά του πονήματος του μελετητή.

Παραλήπτες

Οι επιστολές που συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση του βιβλίου The Selected Letters of Nikos Kazantzakis του Peter Bien, απευθύνονται σε διάφορους αποδέκτες, όπως στην οικογένεια του Καζαντζάκη, στις συντρόφους του, σε φίλους, σε πνευματικούς ανθρώπους και πολιτικούς παράγοντες της εποχής, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό κά. Συγκεκριμένα, τα επίλεκτα γράμματα του Νίκου Καζαντζάκη είναι προς τους γονείς του, Μιχάλη Καζαντζάκη και Μαρία Χριστοδουλάκη, τις αδερφές του, Ελένη [Καζαντζάκη] και Αναστασία [Σακλαμπάνη], την οικογένεια [Ιωάννη] Αγγελάκη, τον Ιωάννη Αγγελάκη, την [Ελένη] Αγγελάκη, την Κατερίνα Αγγελάκη [Ρουκ], την Έλλη Αλεξίου, τον Λευτέρη Αλεξίου, τον Θρασύβουλο Ανδρουλιδάκη, τον Αντώνη Ανεμογιάννη, την Τέα Ανεμογιάννη, τον Γεώργιο Βλάχο, τον Αλέξανδρο (Αλέκο) Δελμούζο, τον Μηνά Δημάκη, τον Στάμο Διαμαντάρα, τον Ιωάννη Ζερβό, τον Γιώργη Ζορμπά, τον Γιώργο Θεοτοκά, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη [το γένος Αλεξίου], τον Γιάννη Κακριδή, τον Τάκη Καλμούχο, τον Δημήτριο Καλογερόπουλο, τον Μ. Καραγάτση [Δημήτριο Ροδόπουλο], τον Θράσο Καστανάκη, τον Κάρολο Κουν, τον Βασίλη Κίντζιο, τη Χρυσάνθη (Μπέμπα) Κληρίδου, τον Εμμανουήλ Κριαρά, τον Ιωάννη [Γιάννη] Κωνστανταράκη, τον Κώστα Κω(ν)σταντουλάκη [Άρη Δικταίο], την Έλλη Λαμπρίδη, τον Βασίλειο Λαούρδα, τον [κ.] Μαρίνη [ελλιπές όνομα], τον Αλέξη Μινωτή, τον Κωστή Μπαστιά, τη Μυρτιώτισσα [Θεώνη Δρακοπούλου], τον Κωστή Παλαμά, τη Μαρίκα Παπαϊωάννου, τον π. Εμμανουήλ Παπαστεφάνου, τον Νίκο Πουλιόπουλο, τον Παντελή Πρεβελάκη, την Αγνή Ρουσοπούλου, τον Μιχάλη Σακλαμπάνη, την Ελένη Σαμίου [Καζαντζάκη], τον Απόστολο Σαχίνη, τον Άγγελο Σικελιανό, τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, τον Γιάννη Σταυριδάκη, τον Χαρίλαο Στεφανίδη, τον Νικόλαο Στρατάκη, τον Πάνο-Νικολή Τζελέπη, τον Τσιριντάνη [ελλιπές όνομα], τον Εμμανουήλ Τσουδερό, τον Γεώργιο Α. Φανουράκη, τον Βελισάριο Φρέρη, τον Δημήτρη Φωτιάδη, τον Πέτρο Χάρη, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Γιάννη Χατζίνη, τον Αιμίλιο Χουρμούζιο.
Τέλος, ο Καζαντζάκης απευθύνει επιστολές προς ξένους αποδέκτες, όπως τη Rae Dalven, τη Leah Dunkelblum, τον Kimon Friar, τον Panaït Istrati, τον Juan Ramón Jimémez, τον Börje Knös, την Elsa Lange, την Edwige Levi, τη Rahel Lipstein, τον Bohuslav Martinù, τον Max Schuster, τον Victor Serge, τον Max Tau, τον Mario Vitti, τον Sir Sydney [Philip Perigal] Waterlow, τον αντισυνταγματάρχη Ανδρέα Ζορμπά.

Βιβλιογραφική αναφορά

Στις βιβλιογραφικές αναφορές που τίθενται ως προμετωπίδα στις επιστολές, ο Bien καταγράφει με λεπτομέρειες αφενός, την τοποθεσία που φυλάσσεται το χειρόγραφο της επιστολής και αφετέρου, τις διάφορες δημοσιεύσεις – ανεξαρτήτου γλώσσας – της κάθε επιστολής. Και οι δύο εργασίες αποδεικνύονται ιδιαίτερα επίπονες και χρήζουν προσοχής προς αποφυγή σφαλμάτων κατά την ταυτοποίηση και την αντιπαραβολή των ευρημάτων.
Σημαντικό στοιχείο της βιβλιογραφικής αναφοράς είναι η ακριβής περιγραφή της τοποθεσίας του αρχειακού υλικού, του φυσικού τεκμηρίου της επιστολής, προκειμένου να είναι προσιτό οποιαδήποτε στιγμή σε οποιονδήποτε ερευνητή επιθυμεί να το μελετήσει. Τα χειρόγραφα των επίλεκτων επιστολών που καταγράφει ο Bien στο ογκώδες βιβλίο του βρίσκονται σε διάφορα αρχεία, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό· τα σημαντικότερα αρχεία είναι στο Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη (Μυρτιά) και στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης (Ηράκλειο), καθώς και το αρχείο Πρεβελάκη στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης (Ρέθυμνο). Ορισμένα χειρόγραφα φυλάσσονται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο – ΕΛΙΑ (Αθήνα), στο Μουσείο Μπενάκη (Αθήνα), στο Department of Rare Books and Special Collections στη Βιβλιοθήκη του Princeton University (New Jersey) και στη Βιβλιοθήκη του Columbia University (New York). Επίσης, ο μελετητής σημειώνει τις περιπτώσεις που το χειρόγραφο του δόθηκε σε φωτοτυπία από κάποιο οικογενειακό ή προσωπικό αρχείο.
Τέλος, ο μελετητής τολμά να παραδεχθεί τις περιπτώσεις που παρά τις ανέλπιδες προσπάθειές του, τελικά δεν κατόρθωσε να καταγράψει και να ταυτοποιήσει την τοποθεσία που φυλάσσονται ορισμένα χειρόγραφα. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ένα εξαιρετικό επιστημονικό ήθος και μια ξεχωριστή εγκυρότητα της μελέτης.

Μετάφραση – Μεταγραφή Οι περισσότερες επιστολές είναι γραμμένες στην ελληνική γλώσσα, αρκετές στη γαλλική γλώσσα, ορισμένες στην αγγλική γλώσσα και ελάχιστες στη γερμανική και στην ισπανική γλώσσα. Ο Bien – ο οποίος είναι ένας από τους μεταφραστές των έργων του Καζαντζάκη στον αγγλόφωνο κόσμο -, αφού, μετά από περίπου είκοσι πέντε χρόνια σχολαστικής εργασίας, συνέλεξε και επέλεξε το υλικό που θα περιλάμβανε στην έκδοση των γραμμάτων του Καζαντζάκη, μετέφρασε όλες τις επιστολές στην αγγλική γλώσσα με ιδιαίτερη προσοχή και με σεβασμό τόσο στην ελληνική γλώσσα (ή τη γλώσσα του πρωτοτύπου) όσο και στον ιδιοσυγκρασιακό χαρακτήρα της έκφρασης του Καζαντζάκη, κατορθώνοντας να δημιουργήσει έναν πνευματικό άθλο που συμβάλλει αφενός, στην αγγλική γραμματεία και αφετέρου, στην μελέτη του Καζαντζάκη σε διεθνή κλίμακα. Όσον αφορά στη μεταγραφή – όπως ήδη έχει αναφερθεί -, ο μελετητής επιλέγει α) να μείνει πιστός στους φωνολογικούς κανόνες που διέπουν την προφορά της Νέας Ελληνικής, β) να μην χρησιμοποιήσει την ορθογραφία του Καζαντζάκη, αφού άλλωστε δεν έχει καμία σημασία στην αγγλική γλώσσα και γ) να παραθέσει σε πολλά σημεία – όπου χρήζει αναγκαίο – αυτούσιες τις ελληνικές λέξεις, ώστε να μη χαθεί το νόημα του περιεχομένου της επιστολής.

Σχόλια

Στις συμπληρωματικές πληροφορίες, ο Bien δεν επιλέγει την καθιερωμένη μορφή υποσημειώσεων με συνεχόμενη αρίθμηση και παράθεση στο τέλος της σελίδας ή στο τέλος του βιβλίου, αλλά παραθέτει τις πληροφορίες υπό τη μορφή σχολίων στο τέλος κάθε επιστολής – όπως πράττει και ο Πρεβελάκης ([1965]1984, ό.π.) – προκειμένου να είναι αμεσότερες προς τον αναγνώστη. Τα σχόλια του έχουν πλήθος από πληροφορίες οι οποίες είναι βοηθητικές κυρίως για τον ξένο αναγνώστη, εντάσσοντάς τον στο πνευματικό, πολιτικό και γενικότερα πολιτισμικό προσκήνιο της εποχής. Επίσης, ως σχόλια περιλαμβάνονται α) πληροφορίες για πρόσωπα και τόπους, β) βιβλιογραφικές αναφορές διακειμενικών αποσπασμάτων, γ) πληροφορίες για γεγονότα της εποχής, δ) διάφορες σημασιολογικές ή λεξιλογικές διευκρινήσεις κά. Η πληθώρα των πληροφοριών που απαρτίζουν τα σχόλια των επιστολών κρίνεται επαρκής, αν και ο υποκειμενικός χαρακτήρας της επιλογής των οποιωνδήποτε διευκρινήσεων τίθεται συνεχώς υπό έρευνα.

Συμπέρασμα

Το βιβλίο The Selected Letters of Nikos Kazantzakis του Peter Bien αποτελεί ένα μεγαλειώδες έργο της σύγχρονης εποχής που συμβάλλει καταφανέστατα στη διεθνή βιβλιογραφία για την ανάπτυξη της καζαντζακικής έρευνας. Οι επιστολές παρουσιάζονται με εξαίσιο τρόπο καλύπτοντας τόσο τα επιστημονικά κριτήρια όσο και τα αισθητικά γούστα οποιουδήποτε αναγνώστη. Πρόκειται για ένα έργο ζωής του Bien, αφού ασχολείται με αυτό τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια – σημειωτέον ότι η συλλογή και η επιλογή γραμμάτων έγιναν μεταξύ 1987 και 2004 και η μετάφραση έγινε μεταξύ 2007 και 2011. O Bien κατόρθωσε να σταχυολογήσει τις σημαντικότερες από τις επιστολές του κρητικού συγγραφέα, ενώ παράλληλα επιδιώκει να μυήσει το ξενόγλωσσο ερευνητικό δυναμικό στη μελέτη της προσωπικότητας και του έργου του Καζαντζάκη.

Νίκος Μαθιουδάκης, Διδάκτωρ Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας και Λογοτεχνικής Υφολογίας
Μαρίνα Γρηγοροπούλου, Διδάκτωρ Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας
Θανάσης Αγάθος, Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας

Η αλληλογραφία του Νίκου Καζαντζάκη
Επιμέλεια: Κόνστανς Ταγκοπούλου
Αθήνα, 2013

Η αλληλογραφία του Νίκου Καζαντζάκη αποτελεί τη δημοσίευση των Πρακτικών της στρογγυλής τράπεζας που διοργάνωσε η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2012, με αφορμή την έκδοση στα αγγλικά του σπουδαίου βιβλίου του καθηγητή Peter Bien The Selected Letters of Nikos Kazantzakis (2012) (Επιλογή Επιστολών του Νίκου Καζαντζάκη).

Ανάμεσα στην εισαγωγική παρουσίαση και στην τελική συνόψιση των κειμένων από την καθηγήτρια Κόνστανς Ταγκοπούλου, τα Πρακτικά αυτά περιλαμβάνουν τοποθετήσεις του συγγραφέα του βιβλίου και άλλων ειδημόνων από τον ακαδημαϊκό χώρο με κεντρικούς άξονες που φρονούμε ότι προσδιορίζουν τη σημασία και κύριες λειτουργίες της επιστολογραφίας στο έργο του κρητικού λογοτέχνη.

Πιο συγκεκριμένα, ο Peter Bien περιγράφει τη σχετική με την εύρεση των επιστολών έρευνά του, αναλύει την καταλυτική για την ίδια την ύπαρξη του έργου και την κατανόηση της κοσμοθεωρίας του Καζαντζάκη επιστολομανία του και συσχετίζει τη σημασία της με εκείνη της αλληλογραφίας άλλων μεγάλων συγγραφέων από τον αγγλο-σαξωνικό κόσμο˙ έτσι, «λέει χωρίς να ονομάζει» την οντολογική λειτουργία των επιστολών του συγγραφέα. Ο Χαράλαμπος-Δημήτρης Γουνελάς απεικονίζει με το προσωπικό του παράδειγμα ανάγνωσης των επιστολών του λογοτέχνη τη δυνάμει μετακίνησή μας προς την ορθότερη προσέγγιση του έργου˙ κατ’αυτόν τον τρόπο υπαινίσσεται τη γνωστική λειτουργία της αλληλογραφίας. Κι ο Σταμάτης Φιλιππίδης συνδέει με θαυμαστό τρόπο το λογοτεχνικό είδος της επιστολογραφίας με την κοινωνιολογία της λογοτεχνίας˙ πέραν των γραμμάτων που έχουν ήδη δημοσιευτεί και που παραθέτει, η αναδεικνυόμενη σημασία και συνδρομή τους στην καζαντζακική έρευνα, καθιστά για κείνον, όπως και για κάθε αναγνώστη και ειδικό, αναγκαίο και φυσικό το μεγάλο εγχείρημα έκδοσης του συνόλου των επιστολών του Καζαντζάκη και μάλιστα με βάση τη χρονολόγηση της συγγραφής τους. Συμπερασματικά, λοιπόν, πιστεύουμε ότι αυτός ο ευσύνοπτος τόμος συνιστά μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεισφορά στη μελέτη, στην κατανόηση και στη διάδοση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη.

Μαρίνα Γρηγοροπούλου

La véritable tragédie de Panaït Istrati
Τexte présenté par Anselm Jappe, suivi des correspondances de Panaït Istrati
avec Victor Serge & Nikos Kazantzaki, Lignes / Imec, Paris 2013

Το βιβλίο της Ελένης Σαμίου αποτελεί μια διττή αποκάλυψη: πρώτον γιατί συνιστά μια μοναδική μαρτυρία για τον σπουδαίο ελληνο-ρουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι και δεύτερον γιατί φανερώνει το άγνωστο λογοτεχνικό τάλαντο της συντρόφου του Νίκου Καζαντζάκη.
La véritable tragédie de Panaït Istrati, λοιπόν, έργο που γράφτηκε στα γαλλικά το 1937, αλλά στην εποχή του εκδόθηκε μόνο σε ισπανική μετάφραση, στη Χιλή το 1938, κοσμεί εφέτος τον κατάλογο των γαλλικών εκδόσεων Lignes. Η παρουσίαση είναι του Ανσέλμ Ζαπ και το ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράρτημα, τόσο για το ευρύ κοινό των φιλαναγνωστών, όσο και για το στενότερο των ειδικών, περιλαμβάνει την αλληλογραφία του Ιστράτι με τον Νίκο Καζαντζάκη και με τον Βικτόρ Σερζ.
Αφόρμηση του έργου είναι το ταξίδι που πραγματοποίησαν «ο Γκόρκυ των Βαλκανίων» και ο συγγραφέας του Ζορμπά στη Ρωσία το 1927, για την δέκατη επέτειο από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Μετά την ατμόσφαιρα του θριάμβου στην πολύσπερμη Μόσχα, οι δυο συγγραφείς, μαζί με τις συντρόφους τους, Μπιλίλι και Ελένη, ξεκινούν ένα πολύμηνο ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση, προκειμένου να βιώσουν τον αληθινό παλμό της ζωής στη χώρα της Επανάστασης. Ωστόσο, τότε η ελπίδα δίνει σιγά σιγά τη θέση της στη διάψευση. Κι η Ελένη Σαμίου παρουσιάζει ένα μοναδικό ντοκουμέντο της πορείας αυτής που έζησε κι η ίδια. Ασφαλώς, κυριαρχούν οι δυο ανδρικές μορφές και ιδιαίτερα ο συγγραφέας του Προς την άλλη φλόγα, μέσα από τα μάτια του οποίου εξελίσσεται η αφήγηση. Ο παθιασμένος με τον κομμουνισμό Παναΐτ Ιστράτι συνειδητοποιεί, όπως ο Καζαντζάκης, ο Ζιντ και άλλοι ευρωπαίοι διανοούμενοι, τον εκφυλισμό της ιδεολογίας, με αποκορύφωμα την περίφημη υπόθεση Ρουσσακώφ που αντανακλά την ηγεμονία της γραφειοκρατίας και παραπέμπει στις σκληρές τακτικές δράσης που υιοθετούν τα ίδια άτομα που αγωνίστηκαν για έναν πιο ανθρώπινο κόσμο. Καθοριστική, όμως, για την κατανόηση του κλίματος είναι η λεπτομερής περιγραφή του ιδιότυπου χαρακτήρα του Ιστράτι˙ ο έντονος συναισθηματισμός, η ανάγκη της ανθρώπινης παρουσίας, η ευαίσθητη ματιά του δημιουργού, η αγωνία της δράσης, το απόλυτο των πεποιθήσεων ενός αγνού ιδεολόγου δε συνιστούν μονάχα στοιχεία του απολογητικού λόγου της συγγραφέως υπέρ ενός ανθρώπου που πέθανε μόνος και απογοητευμένος, αλλά και υφαίνουν τον ιστό της τραγωδίας: η ουτοπία υφίσταται, μα η προσωπικότητα του Ιστράτι είναι τέτοια που την καθιστά για κείνον μοιραία. Στο κείμενο αυτό συμπλέουν αρμονικά η κριτική της κοινωνίας και της ιδεολογίας, οι ιστορικές αποχρώσεις και ο αυτοβιογραφικός τόνος. Ο χωρόχρονος λειτουργεί σε δύο επίπεδα, σ’ αυτό του ταξιδιού στη Ρωσία και σ’ αυτό του ταξιδιού στη λογοτεχνία που βρίσκονται σε διαρκή διάδραση. Κι η ποιητική του κειμένου, με την εναλλαγή των διαλόγων, των περιγραφών και των προσωπικών αναμνήσεων, σκέψεων και εκτιμήσεων της Ελένης Σαμίου, προσδίδει στο κείμενο τις τρεις βασικές συνιστώσες του: την αλήθεια του ντοκουμέντου, τη γλαφυρότητα του οδοιπορικού και τον στοχασμό του δοκιμίου. Αξίζει να διαβαστεί.

Μαρίνα Γρηγοροπούλου

Καζαντζάκης και Ρωσία: οικοφοβία, διαλογικότητα, καρναβάλι
(Πτυχές της ποιητικής και της ιδεολογίας του Νίκου Καζαντζάκη τη δεκαετία του 1920), Αθήνα, 2013

Καζαντζάκης και Ρωσία είναι ο τίτλος του δοκιμίου του καθηγητή ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, δοκιμιογράφου και ποιητή Μιχάλη Πάτση. Πρόκειται για μια εν πολλοίς πρωτότυπη και ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη μελέτη που με κεντρικό άξονα τον Νίκο Καζαντζάκη διερευνά σε βάθος ποικίλες λογοτεχνικές, φιλοσοφικές, πολιτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές παραμέτρους. Το δοκίμιο αυτό εξετάζει, λοιπόν, την πρόσληψη της Ρωσικής Επανάστασης και των ρωσικών γραμμάτων από τον Νίκο Καζαντζάκη, καθώς και την υποδοχή του έλληνα συγγραφέα στη Ρωσία. Ύστερα από μια γενική τοποθέτηση του καζαντζακικού έργου και στοχασμού, ο Μιχάλης Πάτσης μελετά την πολύπλευρη σχέση του Καζαντζάκη με την απέραντη χώρα διά μέσου έργων που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα μαζί της. Η αλληλογραφία του συγγραφέα με την πρώτη του σύζυγο Γαλάτεια Αλεξίου, το κύριο πολιτικό και φιλοσοφικό του πιστεύω με την Ασκητική, οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από τη Ρωσία, το Τόντα-Ράμπα και η Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας καθίστανται βασικοί καθρέφτες για την απεικόνιση του ρωσικού ειδώλου. Έτσι, διαφορετικά είδη, η προσωπική επιστολογραφία, το φιλοσοφικό δοκίμιο, η ταξιδιωτική λογοτεχνία, το μυθιστόρημα και το επιστημονικό δοκίμιο δημιουργούν ένα ενδιαφέρον μωσαϊκό που παρουσιάζει τη γένεση και την εξέλιξη των δεσμών του Καζαντζάκη με τη Ρωσία, παράλληλα με τη γέννηση και την πορεία του λογοτεχνικού έργου του και της ιδιότυπης κοσμοθεωρίας του που καταλήγει στη συνθετική αντιμετώπιση των πραγμάτων. Η γραφή του Πάτση συνδέει την αυτονομία κάθε έργου με τη σφαιρική θέαση της ρωσικής συνεισφοράς στον σύγχρονο κόσμο˙ ταυτόχρονα, γεφυρώνει την ελληνική πραγματικότητα στην ποιητική και στην ιδεολογία της δεκαετίας του 1920 με την αντίστοιχη ρωσική. Οι έννοιες της οικοφοβίας, της διαλογικότητας και του καρναβαλιού που επισημαίνονται στον τίτλο, δίνοντας φυσικά συγκεκριμένο στίγμα στις αναζητήσεις του συγγραφέα και στις προσδοκίες των δυνάμει αναγνωστών του, μελετώνται με τη συνδρομή της λογοτεχνικής θεωρίας και αποτελούν το θεωρητικό υπόβαθρο του Πάτση, αλλά και το ενωτικό νήμα ανάμεσα στη δομή του βιβλίου και στη δομή του καζαντζακικού έργου. Κατά τον συγγραφέα, η σπουδαιότητα της ρωσικής γης και της πνευματικής τροφής που απορρέει από αυτήν είναι τέτοια και τόση για τον κρητικό λογοτέχνη, που ανυψώνεται σε προζύμι της σκέψης και σε ηχώ της πολυφωνίας που συνέχει το έργο του.
Χρήσιμο εργαλείο για επιστήμονες που ανήκουν σε διάφορους χώρους, αλλά και ευχάριστο ανάγνωσμα για όσους έχουν ενδιαφέροντα σχετικά με τις θεματικές του βιβλίου, το κείμενο του Μιχάλη Πάτση συνιστά ένα πλήρες σύμπαν, ως προς το περιεχόμενο του κυρίως σώματος του κειμένου, αλλά και ως προς τον πλούτο των παραρτημάτων στο τέλος. Μόνο η έλλειψη βιβλιογραφικής καταγραφής της αναμφισβήτητα ενδελεχούς έρευνας του συγγραφέα στερεί το έργο από τη διεκδίκηση της τελειότητας στο είδος του.

Μαρίνα Γρηγοροπούλου

Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη,
50 χρόνια από τον θάνατό του.
Εταιρεία Λογοτεχνών Λεμεσού «Βασίλης Μιχαηλίδης», Λεμεσός, 2012

Το έργο Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη, καρπός ημερίδας που διοργάνωσε η Εταιρεία Λογοτεχνών Λεμεσού «Βασίλης Μιχαηλίδης» το 2007 για τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου κρητικού συγγραφέα, αποτελεί μια συλλογική προσφορά στη σύγχρονη και ταυτόχρονα διαχρονική έρευνα για το έργο του Καζαντζάκη.
Πιο συγκεκριμένα, το σχετικά ανοίκειο θέμα της υποψηφιότητας του συγγραφέα για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, διαφωτίζεται ιδιαίτερα από τον Μητροπολίτη Κένυας και διδάκτορα της Οξφόρδης, Μακάριο Τυλληρίδη. Από τη σουηδική γη στην κυπριακή κι από την ιστορία μιας ματαιωμένης δικαίωσης στον μύθο του έρωτα μας ταξιδεύει ο καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός˙ στο άρθρο του που μελετά το σχετικό με την Κύπρο απόσπασμα από το γνωστό ταξιδιωτικό κείμενο του Καζαντζάκη, η Κύπρος ως πατρίδα της θεάς Αφροδίτης μοιάζει να υπαινίσσεται τη μοίρα της χώρας. Κι από το γήινο στο υπερβατικό στοιχείο, ο καθηγητής Ανδρέας Μάνος μελετά την καθοριστική για το έργο του Καζαντζάκη έννοια της ελευθερίας στο μυθιστόρημα Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, ανατρέχοντας στις φιλοσοφικές επιρροές του συγγραφέα. Ο ερευνητής και λογοτέχνης Γιώργος Πετρόπουλος τοποθετεί καίρια το έργο του συγγραφέα στην ιστορία της λογοτεχνίας, με βασικά σημεία αναφοράς τις γνωστότερες γραμματολογίες της εποχής. Τέλος, ο μελετητής του έργου του Καζαντζάκη Γεώργιος Στεφανάκης επιχειρεί μια σύνθεση της κοσμοθεωρίας του λογοτέχνη στον σύγχρονο κόσμο που στερείται θεών και μύθων.
Είναι εμφανές ότι οι ανωτέρω επιφανείς προσωπικότητες, τόσο από τον χώρο της Εκκλησίας, όσο και από εκείνον της λογοτεχνικής πράξης και έρευνας, μελετούν εν συντομία ως επί το πλείστον γνωστά ζητήματα της καζαντζακικής κριτικής˙ προσεγγίζουν, όμως, τα ζητήματα αυτά με μια καινούργια ματιά που νοηματοδοτείται περαιτέρω από τον συχνό συσχετισμό τους με τη σημερινή κοινωνία, εποχή και λογοτεχνία.
Εν κατακλείδι, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το παράρτημα του βιβλίου, το οποίο συνιστά την πρώτη δημοσίευση πολλών ανέκδοτων εγγράφων, ελληνικών και μη, από το αρχείο του συγγραφέα˙ το παράρτημα αυτό πραγματικά εκπλήσσει, συναρπάζει, αποκαλύπτει…

Μαρίνα Γρηγοροπούλου

Πολιτισμός και Διαφορετικότητα
Εμείς και οι Άλλοι
Επιμέλεια: Δημ. Μαγριπλής. Εκδοτικός Οίκος Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2011

Άρθρο της Ι.Κ. Σπηλιοπούλου: Ο Καζαντζάκης, η Φραγκοκρατία στην Πελοπόννησο και το πρόβλημα της πολιτισμικής ταυτότητας του Νεοέλληνα μέσα από το έργο του “Ταξιδεύοντας Ο Μοριάς” Αυτό το άρθρο λαμβάνει ως σημείο εκκίνησης τη φράση του Νίκου Καζαντζάκη «Το πρόσωπο της Ελλάδας είναι ένα παλίμψηστο από δώδεκα απανωτές γραφές» από το Ταξιδεύοντας – Ο Μοριάς και στηρίζεται, όπως η ίδια αναγνωρίζει, στο βιβλίο του Βρασίδα Καραλή Ο Νίκος Καζαντζάκης και το παλίμψηστο της Ιστορίας. Στόχος της μελετήτριας είναι να προσεγγίσει το Ταξιδεύοντας – Ο Μοριάς υπό το πρίσμα της πολιτισμικής ετερότητας, εστιάζοντας στην τέταρτη από αυτές τις δώδεκα γραφές που αναφέρει ο Καζαντζάκης, τη Φραγκοκρατία, επειδή αυτή αναδύει, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τον ενδόμυχο φόβο του Νεοέλληνα προς τον δυτικό πολιτισμό, γεγονός στο οποίο ανάγεται και το πρόβλημα του προσδιορισμού της νεοελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας. Η Σπηλιοπούλου, αφού υπενθυμίζει ότι τα κείμενα του Ταξιδεύοντας – Ο Μοριάς είναι οι εντυπώσεις του Καζαντζάκη από το ταξίδι του στην Πελοπόννησο τον Σεπτέμβριο 1937, εντυπώσεις που πρωτοδημοσιεύονται στην εφημερίδα Καθημερινή το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1937, λαμβάνει ως αφετηρία της ελληνικής ταξιδιωτικής λογοτεχνίας την πρώτη έκδοση του Ταξιδεύοντας του Καζαντζάκη το 1927, που αποτελεί κάλεσμα προς τους υπόλοιπους Έλληνες ταξιδιογράφους και συστηματοποιεί το είδος. Κατά τη μελετήτρια, μέσα από το Ταξιδεύοντας – Ο Μοριάς ο συγγραφέας αποπειράται να ανακαλύψει τη σχέση του Νεοέλληνα με την ιστορία του τόπου του και με τον φυσικό του χώρο, το ελληνικό τοπίο, με την απαραίτητη διευκρίνιση ότι για τον Κρητικό δημιουργό η Ιστορία ως παλίμψηστο δεν σημαίνει απλώς μια ακολουθία απανωτών γραφών, αλλά έναν πολυφωνικό διάλογο και μια συνύπαρξη διαφορετικών λογοτύπων, που επιδέχονται ποικίλες επαναγραφές. Η Σπηλιοπούλου παρουσιάζει αναλυτικά όλα τα κεφάλαια της ενότητας Ταξιδεύοντας – Ο Μοριάς, χρησιμοποιώντας εκτενή παραθέματα, που καταδεικνύουν τον προβληματισμό του Καζαντζάκη για τη σχέση του Νεοέλληνα με τον τόπο και τον χρόνο και την έμφαση που δίνει στην αντιπαραβολή του λαμπρού παρελθόντος και της μίζερης σύγχρονης πραγματικότητας. Ιδιαίτερα στέκεται η μελετήτρια στα σημεία όπου ο Καζαντζάκης αναφέρεται στην περιπλάνησή του στα ίχνη των Φράγκων, εξετάζοντας εν συντομία και το θέμα των ιστορικών πηγών που ενδεχομένως χρησιμοποιεί και παρατηρώντας εύστοχα ότι «αυτός ο νέος ελληνοφράγκικος γασμούλικος πολιτισμός ενθουσιάζει τον Καζαντζάκη, γιατί μέσα από αυτόν διαπλάστηκε μια καινούρια ευαισθησία, που επανερμήνευε τον χώρο και τον χρόνο».
Ένα θέμα με το οποίο ασχολείται αναλυτικά η Σπηλιοπούλου στο πολύ αξιόλογο και εμπεριστατωμένο άρθρο της είναι η βαρύτητα που δίνει ο Καζαντζάκης σε ένα κεντρικό σύμβολο του πελοποννησιακού χώρου, τα κάστρα του Μοριά, που αντιπροσωπεύουν «το πιο απρόσιτο οχυρό της ψυχής», «το στερνό καταφύγιο της συνείδησης». Η μελετήτρια τονίζει τη μυθική διάσταση των κάστρων και τη σύνδεσή τους με τις έννοιες της αντίστασης και της ανένδοτης πάλης, ενώ δεν παραλείπει να υπενθυμίσει ότι η ιδιαίτερη ενασχόληση κάποιων συγγραφέων με τα κάστρα έχει ως συνέπεια την ανάπτυξη ενός ιδιότυπου μικρού κεφαλαίου της ταξιδιωτικής γραφής, που καλείται «καστρολογία»• στη συνέχεια, επιχειρεί, με άξονα πάντα τον γοητευτικό ταξιδιωτικό λόγο του Καζαντζάκη, μια περιδιάβαση στα κάστρα της Πελοποννήσου και ιδίως αυτά που σχετίζονται με τη φραγκική κατάκτηση. Η περιήγηση αυτή, όπου η μελετήτρια επεμβαίνει ελάχιστα στα καζαντζακικά παραθέματα με καίρια σχόλια, ολοκληρώνεται με την υπενθύμιση της διαπίστωσης του Καζαντζάκη ότι «οι Νεοέλληνες δεν διαθέτουν […] τη δύναμη των κατόχων αυτών των κάστρων, γι’ αυτό και δεν μπορούν να γλυτώσουν από τον εαυτό τους και να αναγνωρίσουν τις κρυφές φωνές του τοπίου» και την επισήμανση ότι το σύγχρονο υπάρχει ως απόρροια του παρελθόντος και ότι το τοπίο πρέπει να ιδωθεί αλληγορικά, προκειμένου να λειτουργήσει στο επίπεδο της Ιστορίας.
Η Σπηλιοπούλου σχολιάζει, επίσης, την έννοια της οργανικής σχέσης του Νεοέλληνα με το τοπίο, που εξετάζει ο Καζαντζάκης στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Υποβολή του τοπίου», και επισημαίνει ότι για τον Κρητικό δημιουργό το τοπίο βρίσκεται σε άρρηκτη σύνδεση με την καλλιτεχνική δημιουργία. Η μελετήτρια τονίζει ότι ο Καζαντζάκης είναι ίσως ο μόνος Νεοέλληνας που ?συνειδητοποιεί και εκφράζει με τρόπο συστηματικό την ιδιαιτερότητα της ενσωμάτωσης της ελληνικής κουλτούρας άλλοτε στη Δύση και άλλοτε στην Ανατολή και τη διαρκή απορία του «διγενή Νεοέλληνα» σχετικά με το πού ανήκει. Και η μελέτη κλείνει με ένα εκτενές απόσπασμα από το τέλος του Ταξιδεύοντας – Ο Μοριάς, με τον Καζαντζάκη να δίνει τη δική του απάντηση στον νεαρό υπερρεαλιστή συνταξιδιώτη του σχετικά με τη δημιουργία νεοελληνικού πολιτισμού – έμμεση έκφραση αντίθεσης προς τη νοησιαρχική αντίληψη με την οποία ερμηνεύουν την Ελλάδα οι εκφραστές της γενιάς του ’30, με επικεφαλής τον Γιώργο Σεφέρη. Συνολικά, το μελέτημα της Σπηλιοπούλου είναι μια σημαντική συνεισφορά στην καζαντζακική βιβλιογραφία, με πλούσιο πληροφοριακό υλικό, τεκμηριωμένη και νηφάλια επιχειρηματολογία και με κυρίαρχο τον λόγο του Καζαντζάκη, ένας καίριος και ουσιαστικός ?προβληματισμός πάνω στο ζήτημα της πολιτισμικής ταυτότητας του Νεοέλληνα, όπως το αντιμετωπίζει ο συγγραφέας του Ζορμπά στη γοητευτική καταγραφή της περιήγησής του στον Μοριά και στα απομεινάρια της Φραγκοκρατίας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930.

Θανάσης Αγάθος

Πεζογραφία και Εξουσία
στη Νεότερη Ελλάδα
Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 2013

Άρθρα του Κωνσταντίνου Α. Δημάδη: Τέχνη και εξουσία, Παρατηρήσεις σε τέσσερα ταξιδιωτικά έργα του Νίκου Καζαντζάκη και Ο Καζαντζάκης, η Ισπανία και η πορεία του προς τη λογοτεχνική ανανέωση. Το πρώτο άρθρο εστιάζει στα ταξιδιωτικά έργα του Νίκου Καζαντζάκη: Ταξιδεύοντας. Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά (1927), Τι είδα στη Ρουσία (1928), Ταξιδεύοντας Α΄. Ισπανία (1937), Ταξιδεύοντας – Ο Μοριάς (1937), υπενθυμίζοντας ότι στα κείμενα αυτά, που δημσιεύονται πρώτα στον αθηναϊκό Τύπο σε συνέχειες υπό μορφήν ανταποκρίσεων, ένας πολύ σημαντικός ποιητής και διανοούμενος της περιόδου εκείνης σχολιάζει επίκαιρα διεθνή ζητήματα, προβαίνοντας σε « παρατηρήσεις που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, επηρέασαν όχι μόνο την ειδησεογραφία ή την πολιτική σκέψη αλλά και την κοσμοθεωρία των ανθρώπων γενικότερα». Ο μελετητής απορρίπτει τις απόψεις περί βιοποριστικών αναγκών που υποτίθεται ωθούν τον Καζαντζάκη να αναλαμβάνει καθήκοντα ανταποκριτή για λογαριασμό αθηναϊκών εφημερίδων και υποστηρίζει, για παράδειγμα, ότι το αίτιο που κάνει τον συγγραφέα να αποδεχτεί την πρόταση της εφημερίδας Η Καθημερινή και να ταξιδέψει στην Ισπανία το 1936-1937 ως ανταποκριτής της είναι η επιθυμία του να πληροφορήσει τους Έλληνες αναγνώστες σχετικά με την πορεία του ισπανικού εμφύλιου πολέμου κατά την πρώτη φάση του• η αποστολή του Κρητικού συγγραφέα στην Ισπανία συσχετίζεται, επίσης, με την ευρύτερη τακτική που ακολουθεί η Καθημερινή εκείνη την περίοδο (απάντηση της εφημερίδας, που την περίοδο αυτή τάσσεται στο πλευρό του φασισμού, στην αρθρογραφία και την ειδησεογραφία της εφημερίδας Ριζοσπάστης σχετικά με τις εξελίξεις στο μέτωπο του ισπανικού εμφύλιου πολέμου, αλλά και αντίδραση της εφημερίδας στην ειδησεογραφία της εφημερίδας Ελεύθερον Βήμα, που ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη που προσφέρει στο μεταξικό καθεστώς, δημοσιεύει ειδήσεις που παρουσιάζουν όχι μόνο τις επιχειρήσεις των Ισπανών εθνικιστών αλλά και τα αντίπαλα στρατόπεδα). Γίνεται, επιπρόσθετα, αναφορά στο αμφιλεγόμενο άρθρο του Καζαντζάκη «Ο Φόβος και η Πείνα», το οποίο δημοσιεύεται στην Καθημερινή τον Ιούλιο του 1936 και επιχειρεί να ξεκαθαρίσει τη θέση του συγγραφέα απέναντι στην εξάπλωση των φασιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη, αλλά και στις αντιδράσεις του Κ. Καρβούνη στην εφημερίδα Ριζοσπάστης. Ο Δημάδης τονίζει την ανάγκη να υπάρξει μια νέα έκδοση του Ταξιδεύοντας Α΄. Ισπανία, η οποία θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει, στο σύνολό τους, τα άρθρα που ο Καζαντζάκης δημοσιεύει το 1936-1937 στην Καθημερινή, με το σκεπτικό ότι καθένα από τα εν λόγω κείμενα διασώζει αυθεντικά στοιχεία, πολλά από τα οποία δεν περιέχονται στην έκδοση του βιβλίου του 1937, λόγω της επίδρασης της μεταξικής λογοκρισίας. Επιπλέον, ο μελετητής υπογραμμίζει ότι το ίδιο πρόβλημα υφίσταται και στην αντιπαραβολή των εντυπώσεων του Καζαντζάκη από τη Σοβιετική Ένωση, όπως δημοσιεύονται στον αθηναϊκό Τύπο το 1926, μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου, και του βιβλίου Τι είδα στη Ρουσία, που εκδίδεται το 1928, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανέρχεται στην εξουσία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Ιδιαίτερα σχολιάζει ο Δημάδης τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο Καζαντζάκης γράφει και δημοσιεύει στην Καθημερινή το 1937 τη σειρά των δεκαεπτά κειμένων με τον γενικό τίτλο «Ένα ταξίδι εις την Πελοπόννησον». Αναφέρεται στην προβολή του έργου της δικτατορικής κυβέρνησης από τις στήλες της Καθημερινής, τόσο στον κοινωνικό τομέα, με τις ανταποκρίσεις από τις περιοδείες του Μεταξά στην ελληνική επαρχία, όσο και στον πολιτιστικό τομέα, με την παρουσίαση των κηρυγμάτων περί του Τρίτου ελληνικού πολιτισμού της μεταξικής προπαγάνδας• στο πλαίσιο αυτό, που συνδυάζεται με την ευρύτερη συνειδητή στροφή προς το παρελθόν και προς τον πεζογραφικό ιστορισμό στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας, εντάσσεται από τον μελετητή και η παράλληλη δημοσίευση σε συνέχειες της πρώτης μορφής του μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ και των ταξιδιωτικών εντυπώσεων του Καζαντζάκη από την Πελοπόννησο, γεγονός που αποτελεί από τη μια κλασικό δείγμα παραπομπής ιδεολογικών στοιχείων του παρελθόντος στο παρόν και από την άλλη ένα ακόμη τεκμήριο για τον διάλογο λογοτεχνίας και ιστορίας. Ο Δημάδης υπογραμμίζει, εξάλλου, τις « ανεπίτρεπτες» επεμβάσεις στην έκδοση της σειράς των εντυπώσεων αυτών σε βιβλίο και υπογραμμίζει ότι στο τελευταίο άρθρο της σειράς, που φέρει τον τίτλο «Τα προβλήματα του ελληνικού πολιτισμού», ο Καζαντζάκης παίρνει θέση στη συζήτηση περί του νεοελληνικού πολιτισμού και της ελληνικότητας, που απασχολεί τη γενιά του ’30 εκείνη την εποχή.
Ο μελετητής εξετάζει και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Καζαντζάκης συλλαμβάνει, γράφει και δημοσιεύει το Ταξιδεύοντας Γ΄. Αγγλία: αφού αναφέρεται στην τοποθέτηση του Κωστή Μπαστιά ως Γενικού Διευθυντή του Βασιλικού Θεάτρου από τον Σεπτέμβριο του 1937 και ως Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας από τον Ιούνιο του 1939 και στον καθοριστικό ρόλο που ο Μπαστιάς διαδραματίζει, στο πλαίσιο της μεταξικής προπαγάνδας, στην επιτυχημένη παρουσία του Βασιλικού Θεάτρου στην Αγγλία και στη Γερμανία το καλοκαίρι του 1939 με σειρά παραστάσεων, ο Δημάδης παραθέτει τα κυριότερα σημεία των εντυπώσεων του Καζαντζάκη από τις παραστάσεις στο Λονδίνο και την υποδοχή τους, εντυπώσεων που δημοσιεύονται υπό μορφήν επιστολής στην Καθημερινή στο φύλλο της 24ης Ιουνίου 1939. Όπως τονίζει ο μελετητής, ο Καζαντζάκης βρίσκεται τότε στη Μεγάλη Βρετανία ως επίσημος προσκεκλημένος του Βρετανικού Συμβουλίου για να δώσει μια σειρά διαλέξεων στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, σε μια προσπάθεια της Μεγάλης Βρετανίας να θέσει τη λογοτεχνία και τη γλώσσα στην υπηρεσία της προπαγάνδας, κατ’ αναλογίαν προς αντίστοιχες κινήσεις του ναζιστικού καθεστώτος. Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης είναι η συγγραφή και δημοσίευση, λίγο πριν από την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, του έργου Ταξιδεύοντας Γ΄. Αγγλία, τα οποίο υμνεί τη φιλελεύθερη παράδοση της βρετανικής κοινωνίας και, ουσιαστικά, υπηρετεί τα ζωτικά συνφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Υπογραμμίζεται ότι ο Δημάδης αναφέρεται εκτενώς και στη στάση της Μεγάλης Βρετανίας απέναντι στον Καζαντζάκη μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Το άρθρο συμπληρώνεται με αναλυτική βιβλιογραφία και πολύτιμο παράρτημα, όπου παρατίθενται στην ολότητά τους άρθρα του Κ. Καρβούνη και του Κ. Τήνιου από τον Ριζοσπάστη και εκτενή αποσπάσματα από άρθρα του Κωστή Μπαστιά, του Κλ. Παράσχου. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό άρθρο που καλύπτει σφαιρικά, νηφάλια και εμπεριστατωμένα το θέμα της σύνδεσης των ταξιδιωτικών εντυπώσεων του Καζαντζάκη με κρίσιμες στιγμές της ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας, και φωτίζει το ευρύτερο και προκλητικό θέμα των σχέσεων ανάμεσα στην Τέχνη και την εξουσία.

Στο δεύτερο άρθρο του, ο Κωνσταντίνος Α. Δημάδης λαμβάνει ως δεδομένο ότι η εξάμηνη παραμονή του Νίκου Καζαντζάκη στη Μαδρίτη το 1932-1933, η ενασχόλησή του με τη μελέτη της παλαιότερης και νεότερης ισπανικής λογοτεχνίας και οι σχέσεις του με εκλεκτούς εκπροσώπους του πνευματικού κόσμου της Ισπανίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το 1936 καθίσταται αυτόπτης μάρτυρας κάποιων επεισοδίων του ισπανικού εμφύλιου πολέμου, συντελούν, σε αποφασιστικό βαθμό, στη διαμόρφωση της μεταγενέστερης μυθιστορηματικής παραγωγής του. Ο μελετητής υπογραμμίζει ότι δεν είναι η πολιτική κατάσταση της Ισπανίας ο κύριος λόγος της μετάβασης και παραμονής του συγγραφέα στην Ισπανία το 1932-1933, αλλά η προοπτική μιας οικονομικής υποστήριξης από την ισπανική κυβέρνηση, με αντάλλαγμα τη δημοσίευση μιας σειράς άρθρων στον ελληνικό Τύπο, με θέμα «μονάχα τα καλά που έκαμε η Δημοκρατία και που θέλει να κάμει», σύμφωνα με επιστολή του προς τον Παντελή Πρεβελάκη• η επιθυμητή οικονομική ενίσχυση – 400 πεσέτες τον μήνα – έρχεται από την πλευρά του Υπουργείου Εξωτερικών της Ισπανίας, χάρη στη μεσολάβηση του Χιμένεθ και του φιλολόγου και ιστορικού Μενέντεθ Πιντάλ. Ο Δημάδης αναφέρεται στις στενές σχέσεις που διατηρεί ο Καζαντζάκης με το ζεύγος Χιμένεθ και τον ζωγράφο Ρούμπιο, στη γνωριμία του με τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, καθώς και στις επαφές του Κρητικού δημιουργού με ελληνικές εφημερίδες, προκειμένου να εξασφαλίσει – αμισθί – τη δημοσίευση των άρθρων του για τις προόδους της Ισπανικής Δημοκρατίας• επισημαίνοντας ότι ο Γεώργιος Αγγ. Βλάχος της Καθημερινής είναι αυτός που ανταποκρίνεται στην πρόταση του Καζαντζάκη -με αποτέλεσμα τη δημοσίευση στην εφημερίδα μιας σειράς άρθρων με τον τίτλο «Ισπανία 1933», που αποτελεί τον πυρήνα για την ανάπτυξη του πρώτου μέρους του Ταξιδεύοντας. Α’ Ισπανία (1937) -, ο Δημάδης αντικρούει την άποψη ότι το 1932-1933 ο Καζαντζάκης μεταβαίνει στην Ισπανία ως απεσταλμένος της Καθημερινής.
Το άρθρο, επίσης, εστιάζει στην ανθολόγηση έντεκα Ισπανών ποιητών – με προεξάρχοντες ποιητές της περίφημης γενιάς του 1927 – και την απόδοση ποιημάτων τους στα ελληνικά που αναλαμβάνει – και δημοσιεύει στον 3ο τόμο του περιοδικού Ο Κύκλος (1933-1934) – ο Καζαντζάκης, σε αντάλλαγμα για τη φιλοξενία που του παρέχει η κυβέρνηση της Ισπανίας• ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι ο Καζαντζάκης μεταφράζει στα ελληνικά και δημοσιεύει στον Κύκλο το -προερχόμενο από τη συλλογή Poeta en Nueva York – ποίημα του Λόρκα ‘‘Ciudad sin sueño’’ με τίτλο «Ανύποπτη πολιτεία», καταλήγοντας στο πολύτιμο συμπέρασμα ότι στην ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας η πρώτη χρονολογικά απόδοση αυτού του ποιήματος ανήκει στον Καζαντζάκη και είναι στην ελληνική. Επιπρόσθετα, ο αρθρογράφος τονίζει ότι το πρώτο επώνυμο εκτενές κείμενο που εμφανίζεται στον ελληνικό Τύπο για την εκτέλεση του Λόρκα ανήκει στον Καζαντζάκη και δημοσιεύεται στην Καθημερινή στις 11 Ιανουαρίου 1937• το εν λόγω κείμενο, με τον τίτλο «Φρειδερίκος Γκαρθία Λόρκα. Ο ισπανός ποητής που σκοτώθηκε», δεν ανήκει στη σειρά των άρθρων του συγγραφέα για τον ισπανικό εμφύλιο, που δημοσιεύονται αυτή την περίοδο στην ίδια εφημερίδα, και, σύμφωνα με τον Δημάδη, παρουσιάζει ενδιαφέρον πρώτον διότι προσφέρει την ευκαιρία στον Καζαντζάκη να εκφράσει προσωπική θέση για τη σπουδαιότητα της παράδοσης στην καλλιτεχνική δημιουργία του λαού – και να προηγηθεί, έστω και για λίγες ημέρες, από το κείμενο του Γιώργου Σεφέρη για τον Μακρυγιάννη στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα τον Μάρτιο του 1937 – και δεύτερον διότι ο Καζαντζάκης δεν χρησιμοποιεί ως στήριγμα κάποιο πρότυπο του παρελθόντος αλλά αντλεί θέσεις από ένα σύγχρονό του ευρωπαϊκό πρότυπο. Άρα, κατά τον μελετητή, στόχος του Καζαντζάκη είναι όχι τόσο η ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού όσο η θέση ενός πολιτικού ζητήματος, της δολοφονίας ενός εκπροσώπου της Τέχνης για ιδεολογικούς λόγους, άποψη που ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Καζαντζάκης παρεμβάλλει στο άρθρο, ως «ένδειξη συγκαλυμμένης πρόκλησης και συνειδητής διαμαρτυρίας» το ποίημα που ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, μαρξιστής ποιητής και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας, έχει συνθέσει για τον Λόρκα. Ο Δημάδης υπενθυμίζει ότι λίγες μέρες νωρίτερα, στις 22 Δεκεμβρίου 1936, ο Καζαντζάκης έχει υπογράψει, στη σειρά των άρθρων για τον ισπανικό εμφύλιο, κείμενο στο οποίο δηλώνει γοητευμένος από τον Φράνκο και υποστηρίζει με βάσιμα επιχειρήματα ότι η θεματική της «εκτέλεσης του ποιητή» για πολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους θα ανελιχθεί από το 1937 και έπειτα στο μυθιστορηματικό έργο του και θα ενσωματώσει την εκτός κειμένου πραγματικότητα της εποχής μεταπλασμένη σε μύθο.

Θανάσης Αγάθος